Κριτική | Λεωφορείον ο Πόθος


Ο Θανάσης Σαράντος σκηνοθετεί για τη Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» του Εθνικού Θεάτρου το «Λεωφορείον ο Πόθος» του Τένεσι Ουίλιαμς, φέρνοντας στην επιφάνεια την τραγωδία της τρέλας που γεννά η δυσαρμονία των σχέσεων και οι γκρι αποχρώσεις στη διαγραφή των χαρακτήρων. 

Υπάρχουν ορισμένες δραματουργίες που επιβιώνουν σε πείσμα όλων των μεγάλων αισθητικών αναθεωρήσεων που επηρέασαν οργανικά το σύγχρονο θέατρο, τη στιγμή που άλλες έχουν περιπέσει στη λήθη της Ιστορίας. Αν κοιτάξουμε βαθύτερα μέσα στις τρέχουσες συνθήκες, όπου ανθεί η μεταμοντέρνα αντίληψη, η αποδόμηση, η σημειολογική εξέταση των στοιχείων της αναπαράστασης και των ιδεών, αλλά και η μεταδραματική μέθοδος, τα έργα που αντέχουν στο χρόνο είναι εκείνα που εκφεύγουν μιας στατικής νομοτέλειας ή ακεραιότητας σε σχέση με τα πρόσωπα και τις καταστάσεις. Για παράδειγμα, η σοβούσα, όσο και κομβική, αίσθηση αναμονής ή επικείμενης αναχώρησης (φαντασιακής ή μη) στα έργα του Τσέχωφ, κατά κάποιο τρόπο, συναντάται με μια μεγάλη εικόνα κινητικότητας, στην οποία οι σύγχρονοι δραματουργοί εντάσσουν αναβολές εις το διηνεκές νοημάτων και σκιαγραφήσεις ασταθών και μεταβαλλόμενων περιβαλλόντων.

Τα έργα του Τένεσι Ουίλιαμς απαντούν σε ένα ευρύ τοπίο θραυσμάτων, αποσπασματικότητας, αμφισημιών, που βρίσκεται στον αντίποδα μιας παράδοσης καθαρογραμμένων και ευανάγνωστων αφηγημάτων. Το γεγονός, μάλιστα, ότι ένα από τα θέματα που στοιχειώνει τηνέμπνευση του Αμερικανού συγγραφέα είναι η τρέλα, με την ταλάντευση ανάμεσα στο αληθινό και την αυταπάτη, τη λογική και την παράκρουση, φέρνει τα έργα του εγγύτερα στη σύγχρονη τέχνη του κολάζ, του παστίς, της έλλειψης συνοχής και οργάνωσης. Με άλλα λόγια, κάποιες δραματουργίες, χωρίς να το επιχείρησαν αξιωματικά, προοικονόμησαν υστερότερες κουλτούρες (παραστατικές, γραφής και άλλες). Και ο λόγος ήταν ότι οι δημιουργοί τους οραματίστηκαν πρόωρα διόδους διαφυγής, απλώνοντας το βλέμμα τους πέρα και πάνω από τα στεγανά της τεχνικής και της στενής μυθοπλασίας.

Το «Λεωφορείον ο Πόθος» όπως και τα άλλα σημαντικά έργα του Ουίλιαμς φέρουν πολλά από τα εργαλεία των σημερινών θεατρικών πρακτικών. Αντιφάσεις: σπαρακτική ποίηση με περίτεχνα σύμβολα και ακραία ρεαλιστικός λόγος, ελκυστικά ουτοπικοί χαρακτήρες και ταυτόχρονα ακανθώδεις. Αλληλοκαλύψεις: κανένας δεν είναι απόλυτα καλός ή κακός και τίποτα δεν χρωματίζεται άσπρο ή μαύρο, καθώς όλοι και όλα κινούνται σε ένα ενδιάμεσο χώρο, ωσάν σε μια γκρίζα ζώνη. Έλλειψη επικοινωνίας: μια ηχώ του θεάτρου του παραλόγου που εδώ γίνεται η ουσία της τραγωδίας (η υπαρξιακή συνθήκη της δυσαρμονίας σε οποιαδήποτε μορφή επικοινωνίας).

Εξίσου ενδιαφέρουσα αποδεικνύεται και η λειτουργία του μύθου. Στο «Λεωφορείο», εν προκειμένω, ο μύθος δεν εξυπηρετεί μια οριζόντια εξιστόρηση συμβάντων, αλλά καθίσταται το όχημα μέσω του οποίου έρχονται στην επιφάνεια οι πολλαπλές αντιφάσεις και το πολυδιάστατο των προσωπικοτήτων. Αυτή ακριβώς η θεώρηση του μύθου δίνει την εντύπωση μιας μακρινής αντανάκλασης της κατοπινής αποσταθεροποίησης των κλασικών δραματουρικών πυλώνων από το μεταδραματικό θέατρο. Ίσως ακόμα και η φράση της Μπλανς Ντιμπουά «δεν θέλω ρεαλισμό, θέλω μαγεία» να προσλαμβάνει μια διάσταση μανιφέστου για ένα θέατρο που επαναδιαπραγματεύεται τους δεσμούς του με τον πραγματικό, υλικό κόσμο. Δύσκολα, ωστόσο, μπορεί κανείς να παραβλέψει και τα κοινωνικοπολιτικά μηνύματα που διαγράφονται στο έργο του Ουίλιαμς. Η Μπλανς είναι η ενσάρκωση ενός νόθου και πλάνητα ανθρώπου που, σαν άλλος Προμηθέας, τιμωρείται για τα ιδεώδη του, ενώ ο Στάνλεϋ, με την πέτρινη (stone) πυγμή του  ανακαλεί κάτι από τη ρητορική του φασισμού και των έμφυλων διακρίσεων. Η μεταξύ τους αντιπαράθεση ενέχει μια δόση σαρκαστικού χιούμορ, καθώς στο τέλος όλοι μοιάζουν να υποφέρουν από έλλειψη απόδοσης δικαιοσύνης. Αυτό πιθανόν να είναι και το τίμημα που πληρώνει ένας κόσμος ανερμάτιστος, χαμένος ανάμεσα στα ένστικτα και τα ιδανικά, το κάλλος και την στυγνότητα.

Η σκηνοθεσία του Θανάση Σαράντου και οι ερμηνείες

Ο Θανάσης Σαράντος ακολούθησε τα ίχνη της φαντασίας του Τένεσι Ουίλιαμς στην απόδοση του καθοδικού σπιράλ ενός ταραγμένου νου με αντιστικτικό φόντο τη σαγηνευτική εξωτική ατμόσφαιρα του αμερικάνικου Νότου. Χωρίς γραφικές εξάρσεις, έδειξε απροκατάληπτα προς το ζωτικό χώρο του δράματος με γλαφυρά σκηνικά σημεία και με εικαστική παραστατικότητα. Στην οικοδόμηση των χαρακτήρων απέφυγε μονολιθικές περιγραφές, επενδύοντας περισσότερο στις διαπιδύσεις των συμπεριφορών που φωτίζουν τις ακαριαίες μεταμορφώσεις των προσώπων και αναδεικνύουν τις υπολανθάνουσες αντινομίες τους. Στις συγκρουσιακές σκηνές υιοθετήθηκε μια οικονομία που χαρακτηρίστηκε από ακρίβεια και ουσιαστική πυκνότητα, χωρίς μελοδραματικά πλεονάσματα. Η Μπλανς της Κωνσταντίνας Τάκαλου έφερε τόσο τη γοητεία της αιθέριας και ευάλωτης ύπαρξης όσο και τη σκληρή βούληση του διεκδικητή. Παλλόμενη ανάμεσα στον πόθο, τη ματαιοδοξία και την αναπόληση αποκάλυψε όλες τις δυνατές όψεις μιας πολυσύνθετης μορφής. Η πορεία της προς την τρέλα συσφαιρώθηκε με σαφήνεια γύρω από τις κομβικές σκηνές στο λουτρό, καταλήγοντας σε μια κορύφωση με ποιητικό βάθος που απογύμνωνε μια αίσθηση τραγικότητας. Ο Στάνλεϋ του Αποστόλη Τότσικα στάθηκε έντιμα και με δυναμική απέναντι στην επιταγή για αποτύπωση της πρωτόγονης ζωτικότητας και της αδάμαστης ορμής που διαπερνά ταξικά στεγανά και στέφει θριαμβευτικά  αυταξίες. Η Στέλλα της Νάνσυ Μπούκλη μετέδωσε τον υπόκωφο βόμβο της εσωτερικής πάλης κάτω από το ατάραχο λούστρο μιας συνθηκολόγησης, ενώ ο Μιτς του Ιερώνυμου Καλετσάνου παγιώθηκε ως μια λεπταίσθητη φύση, έναν επί γης «άγγελο» χωρίς τα φτερά μιας υψηλής αποστολής και ενός ανώτερου προορισμού.

Τελευταία τροποποίηση στιςΔευτέρα, 16 Μάιος 2022 12:11
(0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.