Κριτική | Τέλος του παιχνιδιού


Αν κάτι φαντάζει ειρωνικό στην περίπτωση του Samuel Beckett είναι το γεγονός ότι έθεσε τις βάσεις μιας νέας, και καθόλα επιδραστικής, δραματουργίας επάνω στο τραυματισμένο σώμα μιας πολιτισμικής παρακαταθήκης, από την οποία δεν εξαίρεσε ούτε τα αφηγήματα του παραδοσιακού θεάτρου, όπου πρωταγωνιστούσε η έννοια της ατομικότητας. Αυτό είναι ένα σημείο που ενέχει μια αντίφαση και που θα δικαιολογούσε, ενδεχομένως, μια κριτική στο μπεκετικό θέατρο. Ότι δηλαδή, αμφισβητώντας και, εντέλει, αποδομώντας οποιοδήποτε θεμέλιο και παντοδύναμη σταθερά, έδωσε μορφή σε κάτι απολύτως συγκεκριμένο: σε μια διαφορετική φυσιογνωμία γλώσσας, σε ένα άλλο είδος ρητορικής, αλλά και σε μια καινούργια αποστολή παρουσίας, στοιχεία ικανά να εκφράσουν τη δική τους ερμηνεία για τη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο.    

  Το «Τέλος του παιχνιδιού» (1957) μεταδίδει τη διαρκή αίσθηση ότι κινείται σε ενδιάμεσους χώρους. Ενώ στον πυρήνα του, και στο βαθμό που μπορούμε να αντιληφθούμε τους βαθείς ποιητικούς τόνους του, παραμένει μια ελεγεία για την καταρρέουσα ανθρωπότητα, την ίδια στιγμή, προσομοιάζει με ιλαροτραγωδία, με γλυκόπικρη οδύνη και παρωδία, ενδεδυμένη με μια δόση διανοητικού χιούμορ (wit). Ενώ ο Beckett συστήνει ως θνησιμαία υλικά το λόγο και το χρόνο (σημειωτέον, φαίνεται να ελκύεται από την ενότητα χρόνου της τραγωδίας), την ίδια στιγμή, τους δίνει οντότητα μέσω της σκηνής με τη μορφή φωτογραφικού αρνητικού. Ως εκ τούτου, παραμένει ανοιχτή η ανάγνωση των διαλογικών εντροπιών του, των αναβολών εις το διηνεκές νοημάτων, των αυτοαναφορικοτήτων, των ατελέσφορων εξιστορήσεων και των ακίνητων πραγματικοτήτων. Και το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: συνιστούν όλα αυτά το τέλος της επικοινωνίας ή μια άλλη εξωτερίκευσή της;

   Ο δεσποτικός Χαμ του «Τέλους του παιχνιδιού», που συμπυκνώνει την οριστική ρήξη με τον έξω κόσμο και τον «άλλο», είναι τυφλός, ανάπηρος, άλλοτε υπερβολικά φλύαρος και άλλοτε σε καταστολή. Στο πρόσωπό του φωτογραφίζονται ως καρικατούρες πολλές μορφές της παγκόσμιας ιστορίας του θεάτρου, από τον Οιδίποδα, τον Βασιλιά Ληρ μέχρι και τον Ερρίκο Δ΄του Πιραντέλλο. Από την άλλη, ο Κλοβ σκιαγραφείται σαν ένα «πειραγμένο» απείκασμα των δούλων του Τερέντιου και του Πλαύτου και των υπηρετών του Σαίξπηρ και του Μολιέρου, με την υπολανθάνουσα επισήμανση ότι η αποστολή που είχαν στη μακραίωνη πορεία τους έχει τελειώσει οριστικά. Το «παιχνίδι» που υπαινίσσεται ο Beckett δεν αφορά μόνο το τέλος του κόσμου μετά από μια καταστροφή, αλλά το τέλος του κόσμου που διέρχεται μέσα από ένα αντίστοιχο τέλος του θεάτρου, όπως το γνωρίσαμε στην ιστορική διαδρομή του. Προσδίδει, με άλλα λόγια, μια μετα-θεατρική ερμηνεία στον προβληματισμό του, θέτοντας το θέατρο να συνομιλεί ευθέως με τον εαυτό του, εκπροσωπώντας ταυτόχρονα τον κόσμο.

    Οι βασανιστικοί διάλογοι και οι μακροσκελείς μονόλογοι του «Τέλους του παιχνιδιού» θα μπορούσαν να το μετατρέψουν από επιθανάτιο ρόγχο της ανθρώπινης επαφής σε μια αποθεωμένη, με χαρακτηριστικά γκροτέσκ, εκδοχή διαμοιβής. Αντιθέτως, ο Γιώργος Σκεύας έδειξε να αφουγκράζεται με υπομονή τις διάσπαρτες παύσεις, επένδυσε στις φυσικές παρουσίες, σχεδίασε τις κλιμακώσεις και τις αποκλιμακώσεις των εντάσεων σε μια σταθμισμένη σχέση με την ποιότητα του λόγου, έδωσε την αίσθηση ότι συμβάλλει, κι εκείνος με τη σειρά του, με ένα επάλληλο θεατρικό σχόλιο, χωρίς να παραμορφώνει τους προβληματισμούς του Beckett. Ο Δημήτρης Καταλειφός, ως Χαμ, στάθηκε στο κέντρο αυτής της αενάως αναπαραγόμενης διαλογικής τριβής, δαμάζοντας όλες τις διαβαθμίσεις του wit, και μεταβιβάζοντας το ειδικό βάρος της εικόνας του στην υπηρεσία των πεποιθήσεων του συγγραφέα, αντί να την κρατά για τον εαυτό του. Ο Άρης Μπαλής, ως Κλοβ, κινούμενος σε μια πιο απέριττη κουλτούρα σκηνικής πρακτικής, χωρίς τις λαξεύσεις και τα πτυχωτά εκφραστικά μέσα παλαιότερων σχολών, έδωσε ένα ερμηνευτικό στίγμα ακέραιο, απλό, και νουνεχές, συμπράττοντας στην πλάτυνση της δυσαρμονίας της περιγραφόμενης σχέσης δυνάστη-δούλου. Ο Γιώργος Ζιόβας, ως Ναγκ, προσπάθησε αρκετά συνετά να ενωτιστεί την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα των διαλειπουσών απευθύνσεων, ενώ η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, στο ρόλο της Νελ, απέδειξε, για μια ακόμα φορά, ότι είναι σε θέση να εντοπίσει το καίριο νεύρο της εκάστοτε δραματουργικής σχολής και να την κάνει να μιλήσει, μέσα από τον ηθοποιό, με μεγάλη ακρίβεια.

 

 

Μετάφραση: Θάλεια Μελή - Χωλλ

Σκηνοθεσία: Γιώργος Σκεύας

Σκηνικά - Κωστούμια: Γιώργος Σκεύας

Μουσική, Σύνθεση ήχων: Σήμη Τσιλαλή

Παίζουν:Δημήτρης Καταλειφός, Άρης Μπαλής, Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, Γιώργος

 

Σύγχρονο Θέατρο

Ευμολπιδών 45,Γκάζι

Τηλ.: 2103464380

 

Παραστάσεις : Πέμ. 9 μ.μ., Σάβ., Κυρ. 6.15 μ.μ., Τετ. 9.15 μ.μ.

Τελευταία τροποποίηση στιςΔευτέρα, 16 Μάιος 2022 11:48
(0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.