Κριτική | Ο κήπος με τις αλήθειες


Το αυστραλιανό θέατρο ακολούθησε κατά πόδας την ιστορική εξέλιξη της μακρινής, νησιωτικής ηπείρου ως προς το πώς μεταγγίστηκαν, μέσω του εποικισμού, αλλότριες, και αρχικά από τον αγγλοσαξωνικό κόσμο, πολιτισμικές ταυτότητες, πώς καλλιεργήθηκαν και εντέλει παγιώθηκαν σε ένα είδος αντίληψης δραματουργίας που να απηχεί και να εκφράζει μια «εγχώρια» συνείδηση («εθνική» για άλλους) ή τις κοινωνικές ιδιομορφίες που γεννά η συνύπαρξη των αυτοχθόνων με μια πανσπερμία εθνοτήτων και των κουλτουρών τους.

  Όταν μιλάμε για Ιστορία του αυστραλιανού θεάτρου, για ένα μακρύ χρονικό διάστημα αναφερόμαστε στο πεδίο της δραστηριότητας, για την ακρίβεια, της θεατρικής επιχειρηματικότητας που αρχικά έλαβε χώρα στο Σύδνεϋ, χάρη στις φιλότεχνες πρωτοβουλίες του εβραϊκής καταγωγής Barnett Levey, και αργότερα εξαπλώθηκε στη Μελβούρνη, στο Χόμπαρντ και στην Αδελαΐδα. Οι πρώτες προσπάθειες προκειμένου να διαμορφωθεί μια δραματουργία με χαρακτηριστικά εντοπιότητας ανήκει στον δημοσιογράφο Louis Esson, ενώ το εναρκτήριο λάκτισμα για ένα ώριμο στίγμα της αυστραλιανής θεατρικής γραφής γίνεται με το έργο του Ray Lawler «Το καλοκαίρι της έβδομης κούκλας» (1955). Ανάμεσα σε εκείνους που συνέβαλαν στη γέννηση του αυστραλιανού θεάτρου συγκαταλέγεται ο νομπελίστας Patrick White, καθώς και οι συγγραφείς που συγκρότησαν το New Wave (Νέο Κύμα), με στόχο τη δημιουργία ενός εναλλακτικού, λαϊκού και πολιτικού θεάτρου. Μια μορφή που εξέφρασε κυρίως την ανθρωπογεωγραφία της μεσαίας τάξης, έχοντας  ως όχημα την κριτική και τη σάτιρα, είναι και ο συγγραφέας David Williamson. Στη συνέχεια, πρωτεργάτες για το άνοιγμα του αυστραλιανού θεάτρου στις νέες φόρμες που κέρδιζαν έδαφος διεθνώς και τον απογαλακτισμό του από τα αυστηρά εθνικά χαρακτηριστικά θα αναδειχθούν ο Louis Nowra και ο Stephen Sewell, σε μια εποχή (δεκαετία 1980) κατά την οποία η αυστραλιανή κοινωνία χειραφετείται και καθίσταται πιο σύνθετη και οι θεματολογίες στρέφονται άλλοτε στις κλασικές ποιότητες της τραγωδίας και άλλοτε φλερτάρουν με την αποδόμηση και την πρωτοπορία. Σε όλη αυτή τη διαδρομή της σκηνικής τέχνης στην Αυστραλία θα πρέπει να υπογραμμιστούν και οι δυναμικές κινήσεις για τη δημιουργία ενός θεάτρου εγγύτερου στις ανάγκες, στις αγωνίες και στους προβληματισμούς των αυτοχθόνων πληθυσμών, δείγματα του οποίου εντοπίζονται στην εργογραφία του Robert Merrit, του Jack Davis  και άλλων.

    Ο Andrew Bovell, συγγραφέας του έργου «Ο κήπος με τις αλήθειες» («Things I know to be true») που παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή στο θέατρο «Μουσούρη», παρότι εκπρόσωπος της νεότερης γενιάς θεατρικών συγγραφέων της χώρας του, φαίνεται να έχει αγκυρωθεί σε δοκιμασμένες συνταγές: έναν δηκτικό ρεαλισμό με διακριτικές ενσταλάξεις συμβολισμού. Ο κήπος που περιγράφει στο έργο του δεν είναι τίποτε άλλο παρά το σημείο συνάντησης μιας τυπικής μεσοαστικής οικογένειας, σύμβολο μιας εύθραυστης όσο και φαντασιακά εξιδανικευμένης ευτυχίας. Τα τέσσερα παιδιά αυτού του σπιτικού χτίζουν τις επαναστάσεις τους επάνω στις βεβαιότητες που τους κληροδότησαν οι γονείς τους, κάτι που γίνεται αντιληπτό μόνο όταν ξεπροβάλλει το φάσμα μιας εκκωφαντικής απώλειας.

  Ομολουμένως, το θέμα, όπως το συλλαμβάνει ο Bovell, δημιουργεί ένα κέντρισμα του ενδιαφέροντος, μολονότι το έργο, μοιραία, μπαίνει στο μεγάλο κάδρο της δραματουργίας που καταγίνεται με ζητήματα πολιτικής ορθότητας και εξαντλητικής κριτικής για κοινωνικά ζητήματα, με τρόπο έντονα μετωπικό και εξ αντανακλάσεως δημοσιογραφικό, μέθοδος πλησιέστερη προς την οικονομία ενός τηλεοπτικού σεναρίου. Το λάθος σε αυτή τη γραφή έχει να κάνει με τη διαχείριση της αναλογίας ανάμεσα στο δραματικό χωροχρόνο και τους προβληματισμούς που εκτίθενται, γεγονός που δημιουργεί ένα παστίς αναφομοίωτων πραγμάτων που στη γενική πρόσληψη βρίσκει αναπόφευκτα αντιστάσεις. Είναι εμφανές ότι στην προσπάθεια να αποδοθούν περισσότερες πτυχές πραγματικότητας το έργο καταλήγει ένας διογκωμένος ρεαλισμός στα όρια του μη ρεαλιστικού.

   Οι ερμηνείες των τεσσάρων χαρακτήρων που ενσαρκώνουν τα παιδιά της οικογένειας αγωνίζονται να δαμάσουν τους μακροσκελείς μονολόγους που αναλίσκονται σε κοινότοπες πληροφορίες, αναγνωρίσιμες εμπειρίες και αβασάνιστα συναισθηματικά τοπία, ενώ το ζευγάρι των πρωταγωνιστών (Σταμάτης Φασουλής-Μίρκα Παπακωνσταντίνου) δίνει το στίγμα της παλιάς, σοφής θεατρικής ερμηνείας, της γνησιότητας, του μέτρου και της κομβικής, συμπυκνωμένης θεατρικότητας, συμβάλλοντας σε μια δυναμική διάσωση του συγκεκριμένου συγγραφικού πονήματος στη σκηνή.

 

Μετάφραση - Σκηνοθεσία: Σταμάτης Φασουλής
Σκηνικά: Μανόλης Παντελιδάκης
Κοστούμια: Ντένη Βαχλιώτη
Φωτισμοί: Ελευθερία Ντεκώ
Μουσική επιμέλεια: Ιάκωβος Δρόσος
Βοηθός σκηνοθέτη: Παύλος Σαχπεκίδης

 

Παίζουν
Σταμάτης Φασουλής, Μίρκα Παπακωνσταντίνου, Ματίνα Νικολάου, Ιωάννης Αθανασόπουλος, Παναγιώτης Γαβρέλας, Βίκυ Διαμαντοπούλου

 

Ημέρες και ώρες παραστάσεων

 

Τετάρτη - Πέμπτη - Παρασκευή: 21:00
Σάββατο (λαϊκή απογευματινή): 17:00
Κυριακή:18:00

Θέατρο «Μουσούρη»

Τελευταία τροποποίηση στιςΔευτέρα, 16 Μάιος 2022 11:54
(0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.