Κριτική | Η νύχτα της Ιγκουάνα


Η «Νύχτα της Ιγκουάνα» είναι ένα έργο δύσκολο, ακόμα και λίγο παράξενο, όχι τόσο επειδή ο Williams προχωρά σε μια πιο βασανιστική βυθοσκόπηση των ψυχισμών, απλώνει τους προβληματισμούς του μέχρι τη μεταφυσική και εξακολουθεί σχεδόν εμμονικά να επιδαψιλεύει ποιητικά ανασκευασμένες προσωπικές μνήμες και βιώματα, όσο γιατί πρόκειται για ένα πόνημα με έντονες ρωγμές που προμηνύουν ηχηρά το καθοδικό σπιράλ που θα χαρακτηρίσει τη μετέπειτα γραφή του και οι οποίες, παραδόξως, αποπνέουν μια ορμητική κρυφή γοητεία. Είναι προφανές πως το συγκεκριμένο «δραματικό ποίημα», όπως ο ίδιος το αποκαλεί, η τελευταία επιτυχία του για κοινό και κριτικούς, χαρακτηρίζεται από πλατειασμούς, καθώς και από μια αμηχανία κατεύθυνσης, την οποία ο σκηνοθέτης Frank Corsaro περιέγραψε ως μια «ανεξήγητη απουσία προοπτικής σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο (αυτό το θεατρικό) μπορεί να αποκτήσει στόχευση και δυναμική».

Επιπλέον, ο συγγραφέας μοιάζει να χάνει όσο ποτέ την αίσθηση των ορίων του σκηνικού χώρου, εκτείνοντας τη φαντασία του σε δύσκολα αναπαραστάσιμες στο θέατρο κινηματογραφικές εικόνες, ανοίγοντας διαρκώς ποιητικούς θυλάκους και διαποτίζοντας πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις με συμβολοποιήσεις και αλληγορίες. Όσο για τον πυρήνα της θεματολογίας του αυτός φαίνεται να αποκρυσταλλώνεται ως ένα παλίμψηστο από όλα όσα τον απασχόλησαν στις πρότερες, μεγάλες δημιουργίες του: την υπαρξιακή μοναξιά, την αγωνία για ψυχική επαφή, τη σεξουαλικότητα, την ανάγκη επανακαθορισμού του ρόλου στη ζωή, την τρέλα, τον αμείλικτο χρόνο…

  Η υπόθεση εκτυλίσσεται στο ξενοδοχείο Costa Verde στις ακτές του Μεξικού, σημείο συνεύρεσης μιας απελπισμένης, μοναχικής γυναίκας, παραδομένης σε εφήμερες ηδονές, ενός αποσχηματισμένου ιερέα με φιλοσοφικά διλήμματα και κολασμένο βίο και μιας περιπλανώμενης ανά τον κόσμο ζωγράφου και του υπέργηρου ποιητή παππού της. Η ανθρωπογεωγραφία δεν απομακρύνεται από τις συνήθεις ακανθώδεις προσωπικότητες που δίνουν έμπνευση στον Willams για να πλέξει τον ιστό του ποιητικού ρεαλισμού του. Ωστόσο, η ειρωνεία με αυτό το έργο, για το οποίο ο συγγραφέας δυσκολεύτηκε να δώσει μια τελική μορφή, είναι ότι μπορεί με μια επιδέξια σκηνοθετική προσέγγιση να μετατραπεί σε μικρό διαμάντι. Και όχι μόνο αυτό. Αν κοιτάξουμε προσεκτικότερα, όπως, για παράδειγμα, στους διάλογους της τρίτης πράξης, θα ανακαλύψουμε ότι το πλούσιο απόσταγμα της τέχνης, που ο Αμερικανός συγγραφέας είχε κατοχυρώσει μέχρι εκείνη την εποχή (1961), ξεχειλίζει πιο ώριμο από ποτέ, μαρτυρώντας ένα γενναίο προχώρημα της πένας του.

   Για όλους αυτούς τους λόγους είναι πολύ θετικό που η Μαρία Μαγκανάρη επέλεξε να επανασυστήσει στο κοινό τη «Νύχτα της Ιγκουάνα» με μια σκηνοθεσία θαρραλέα, ίσως και τολμηρή,  που ζωντανεύει στην πλέον συνειδητοποιημένη μορφή τα οράματα και τις φαντασιώσεις ενός μεγάλου ποιητή της μοντέρνας δραματουργίας. Δεν είναι, όμως, σε αυτό το θέατρο μόνο οι διάλογοι, τα εντυπωσιακά τσιτάτα και οι αβυσσαλέες συγκρούσεις που διεκδικούν το ενδιαφέρον, αλλά και οι σύνθετες εικονοποιήσεις. Και σε αυτό το πεδίο η προσέγγιση φάνηκε ανεπαρκής. Παρά την προσπάθεια να έρθει το έργο πλησιέστερα σε πιο αναγνωρίσιμες από το ευρύ κοινό χρονικές συντεταγμένες, τελικά προσέλαβε το χαρακτήρα λαογραφίας μιας πολιτισμικής συνθήκης. Η δε επιλογή να αποδοθούν με κάποιο τρόπο οι δαίμονες του κεντρικού αντι-ήρωα Σάννον, που διατρέχουν τη δράση (το «χτικιό» όπως χαρακτηριστικά το αποκαλεί ο Williams), διολίσθησε στην κατασκευή θριλερικών αισθητικών, χωρίς ψυχολογικές προεκτάσεις. Ο Ιωάννης Παπαζήσης, ενσαρκώνοντας τον άνθρωπο που αντιμάχεται τις Ερινύες του αδημονώντας για μια λυτρωτική αποκατάσταση, επένδυσε σε ζήλο, ψυχικό σθένος και σε μια ανάγλυφη παρουσία αν και, σε γενικές γραμμές, πρόδιδε την αίσθηση ότι κυνηγούσε κατά πόδας τις εντάσεις και τις εκρήξεις του χαρακτήρα. Η Μαρία Κεχαγιόγλου αποτύπωσε γλαφυρά και με σκηνικό ένστικτο μέτρου την απεγνωσμένη γυναίκα που ξορκίζει τη μοναξιά και την απόγνωση με τις σαρκικές απολαύσεις. Παρόλα αυτά, έδειξε να παραμένει περισσότερο προσδεδεμένη στο ρεαλιστικό κέλυφος του ρόλου, κάτω από το οποίο το εκτυλισσόμενο δράμα του δεν ήταν αρκούντως εμφανές. Στο ρόλο της Χάννα, της ιδιόρρυθμης αιθέριας φύσης με τον δυσεκπλήρωτο ιδεαλισμό, αλλά και τη δυναμική επιτηδειότητα του νομάδα, η Σύρμω Κεκέ ύφανε μια λεπτοδουλεμένη και ανάρια προσωπικότητα που σε στιγμές φλέρταρε με μια επικίνδυνη για τη σκηνή ισχνότητα. Ο σπουδαίος, παλαίμαχος ηθοποιός Γιώργος Μπινιάρης, εκτέλεσε με τη γνώριμη υφολογία του (προσωδιακά στοιχεία εκφοράς και σκηνική παρουσία) περισσότερο τη μεγάλη εικόνα του γηραιού ανθρώπου παρά κάποια ιδαίτερη έκφανση χαρακτήρα. Η Δήμητρα Βλαγκοπούλου, στο ρόλο της υστερικής διευθύντριας Τζούντιθ Φέλοους, έδωσε ένα ολοκληρωμένο δείγμα υποκριτικής: έναν αναβράζοντα ρεαλισμό με φωτεινές πολλές πτυχώσεις του, ενώ εξίσου ραφινάτη αποδείχθηκε και η ερμηνεία της Βίκυς Κατσίκα στο ρόλο της Σάρλοτ, που χαρακτηρίστηκε από ουσιαστική λιτότητα και εκφραστικές αυθεντικών γραμμών.

 

Μετάφραση - Σκηνοθεσία: Μαρία Μαγκανάρη

Σκηνικά: Τίνα Τζόκα

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Φωτισμοί: Μαρία Γοζαδίνου

Μουσική σύνθεση: Nalyssa Green

 

Ηθοποιοί (με αλφαβητική σειρά):

Δήμητρα Βλαγκοπούλου

Βίκυ Κατσίκα

Σύρμω Κεκέ

Μαρία Κεχαγιόγλου

Πέτρος Μάλαμας

Γιώργος Μπινιάρης

Ιωάννης Παπαζήσης

 

Θέατρο Πορεία

Για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων

Ημέρες & ώρες: Τετάρτη 19:00, Πέμπτη & Παρασκευή 21:00, Σάββατο 18:00 & 21:00, Κυριακή 18:00.

Τελευταία τροποποίηση στιςΔευτέρα, 16 Μάιος 2022 12:01
(0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.