Κριτική | Αγώνας νέγρου και σκύλων


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα θεατρικά έργα του Bernard-Marie Koltès συνιστούν τη μεγάλη συμβολή της Γαλλίας στην παγκόσμια δραματουργία κατά την τελευταία τριακονταετία του 20ου αιώνα. Σε μια εποχή (δεκαετία 1970-80), κατά την οποία η αμφισβήτηση της σημασίας του μύθου και των εννοιών του χώρου και του χρόνου, όπως αποτυπώθηκε στο μπεκετικό σύμπαν, άρχιζε να στερεοποιείται ως αντίληψη του νέου θεάτρου, προκειμένου να αποδοθούν το δυνατόν εναργέστερα τα πολλαπλά αδιέξοδα του σύγχρονου ανθρώπου, ο Koltès στρέφει και πάλι το βλέμμα στην υπεραξία της σύστασης της τραγωδίας, με βαθιά επίγνωση του τι θέλει να διατρανώσει και με ποιον τρόπο, αλλά και απαλλαγμένος από τις αγκυλώσεις των παραδόσεων.

    Ο μύθος στον Koltès δεν διαθέτει κλασικότροπο σφρίγος ούτε πυκνότητα, «αρτιμέλεια» ή διαύγεια. Αναπτύσσεται σε μια διαλείπουσα ακολουθία και στοιχειώνεται από τους συμβολισμούς που φωλεύουν μέσα στις λεπτές πτυχώσεις των κωδίκων της λεκτικής επικοινωνίας. Αυτή η επικοινωνία, που άλλοτε παίρνει τη μορφή εξαντλητικών διαλόγων και άλλοτε ρητορικών μονολόγων, δεν είναι παρά το κύριο εργαλείο για να αποδοθεί η μάχη με τη διαρκώς παρούσα και απειλητική ετερότητα, ένα leitmotiv που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη θεματολογία των έργων του Koltès. Γι’αυτό, άλλωστε, οι σκηνές στα θεατρικά του μετατρέπονται σε συμπλοκές και βασανιστικά deals που διαδραματίζονται μέσα σε ακανθώδεις ρεαλιστικές συνθήκες. Τα περιβάλλοντα, μέσα στα οποία τοποθετούνται οι αντιήρωές του, καθίστανται «μεταφορές του κόσμου». Όχι του κόσμου των κοινωνικών τάξεων, αλλά των υποκειμένων και των συνειδήσεων. Ο Koltès αδιαφορεί για τα στενά κοινωνιολογικά σχόλια και προσηλώνεται στις μεγάλες οικουμενικές αλήθειες. Αυτή είναι και η αιτία που τα πρόσωπά του, παρότι ανήκουν στο κοινωνικό περιθώριο, δεν μοιάζουν να αφομοιώνονται από την αισθητική του γκέτο.

    Στο έργο του «Αγώνας νέγρου και σκύλων» (1979) εναγκαλίζεται με κάποια προσήλωση δομικά χαρακτηριστικά της τραγωδίας, όπως την ενότητα χώρου και χρόνου, ενώ ο μύθος φαίνεται να δανείζεται κάτι από τη σοφόκλεια «Αντιγόνη»: σε ένα εργοτάξιο δυτικών συμφερόντων στην Αφρική, εισβάλλει ένας μαύρος, ο Άλμπουρυ, ζητώντας να του παραδοθεί το πτώμα του αδελφού του, για τον οποίο αρχικά αναφέρεται ότι υπήρξε θύμα ατυχήματος, ενώ στην πορεία αποκαλύπτεται ότι επρόκειτο για θύμα δολοφονικής επίθεσης. Ο Koltès σε αυτό το πόνημά του αντιπαρέρχεται μια κίνηση οριζόντιας κατακραυγής των πρακτικών της νεοαποικιοκρατίας και εστιάζει στον προβληματισμό που σφράγισε την προσωπική εμπειρία του όταν επισκέφθηκε έναν ανάλογο χώρο στη Νιγηρία: η έννοια του χώρου, η γοητεία του ανήκειν και της απόλαυσης της ιδιοκτησίας, είναι τα στοιχεία που γεννούν την αίσθηση του οικείου και του ανοίκειου, τη διάκριση ανάμεσα στον εαυτό και τον Άλλο.

   Η σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Σωτηρίου στο θέατρο «Τζένη Καρέζη» αναδείχθηκε ως το πλέον πρόσφορο μέσο για να μεταγραφούν σε σκηνική συνθήκη οι μεταφορές με τις οποίες ο Koltès αντιστοιχίζει ένα ολόκληρο οικονομικό, αλλά και πολιτισμικό κατεστημένο, περιπλανώμενων κυνηγών ευκαιριών και επιθυμιών σε πεδίο διασταύρωσης ετερόκλητων πεποιθήσεων και κλιμακούμενων αντιμαχιών. Ο Ορν, ο διευθυντής με τα μεγαλόπνοα οράματα για μια τερατώδη διευθέτηση του πλανήτη και τις αέναες μετακινήσεις που τού στερούν μια συνείδηση των ορίων και της διαφορετικότητας, ο Καλ, μια τυπική περίπτωση νομάδα του οικονομικού ιμπεριαλισμού, που κινείται με άνεση σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, απολαμβάνοντας τις βεβαιότητες του μητροπολιτικού κέντρου, γεγονός που τον κρατά δέσμιο της μισαλοδοξίας, του πρωτόγονου ρατσιστικού μένους, του φόβου και της αποστροφής προς κάθε μορφή ξενικής παρουσίας, η Λεονή, η μυστηριώδης γυναίκα που καταφθάνει στην Αφρική, φέροντας μαζί της όλα τα τεκμήρια μιας αλλότριας ταυτότητας (εθνικής, γλωσσικής, πολιτισμικής), σε μια προσπάθεια σύγκλισης με τον Άλλο και εμπέδωσης μιας εξωλεκτικής επικοινωνίας. Απέναντι σε αυτούς ο Άλμπουρυ που συσπειρώνει στη μορφή του την έννοια του Άλλου, δίνοντας σάρκα και οστά στο μεταφορικό υπόστρωμα του μύθου και υποδαυλίζοντας μια σύγκρουση με φυλετικά χαρακτηριστικά.

   Σε ερμηνευτικό επίπεδο, ο Δημήτρης Ραφαήλος (Ορν) επένδυσε μάλλον στη σημειολογία μιας άκαμπτης και στερεοτυπικά δοσμένης τεχνοκρατικής περσόνας, διαγράφοντας μια ευανάγνωστη επιφάνεια χαρακτήρα χωρίς, ωστόσο, ευδιάκριτες εσώτερες ρωγμές. Ο Μάρκος Παπαδοκωνστάκης (Καλ) απέδωσε με πηγαία εκρηκτικότητα μια τραγική φιγούρα, ένα άθυρμα εμμονών, σκοτεινών ιδεοληψιών και ανεξέλεγκτων νευρώσεων, ένα πρόσωπο κατακερματισμένο και σε απόσταση από τις συντεταγμένες του υπαρκτού κόσμου. Η Ντόρα Μακρυγιάννη (Λεονή) κινήθηκε με υποδειγματική ακρίβεια ανάμεσα στον ρεαλισμό, την ποιητικότητα της ατμόσφαιρας και τη μεταφορική δυναμική του μύθου του Koltès, με μια καθαρογραμμένη ερμηνεία στοχαστικού βάθους. Τέλος, ο Σαμουήλ Ακίνολα (Άλμπουρυ) ξεδίπλωσε την αυτοσυνειδησία και το αξιακό οπλοστάσιο της μαύρης φυλής με μια αύρα λυρικής, αφοπλιστικής απλότητας, φωτίζοντας και την ιδιαιτερότητα μιας κουλτούρας ως προς την έκφραση αισθημάτων και ιδεών.

 

 

Θέατρο «Τζένη Καρέζη»

Κάθε Παρασκευή και Σάββατο, ώρα 21.00, μέχρι 18/12/2021.

Μετάφραση: Σύλβια Κιούση

Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Σωτηρίου

Σκηνικά: Τζίνα Ηλιοπούλου

Κοστούμια: Λίνα Σταυροπούλου

Φωτισμοί: Νίκος Σωτηρόπουλος

Βοηθός σκηνοθέτη: Νατάσα Πετροπούλου

Μουσικό - Ηχητικό περιβάλλον: Νικόλας Χάλαρης

 

Διανομή

Ορν: Δημήτρης Ραφαήλος

Άλμπουρυ: Σαμουήλ Ακίνολα

Λεονή: Ντόρα Μακρυγιάννη

Καλ: Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης

Τελευταία τροποποίηση στιςΔευτέρα, 16 Μάιος 2022 11:55
(0 ψήφοι)

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

« Κριτική | Ο κήπος με τις αλήθειες

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.