Κριτική | Jesus Christ Superstar


To «Jesus Christ Superstar» εντάσσεται στη μόδα της ροκ όπερας που εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Σε ένα κλίμα γενικότερης αμφισβήτησης και ανησυχίας για το πού οδεύει ο κόσμος, με τα αντιπολεμικά αισθήματα και τα κινήματα των χίππις σε έξαρση, οι The Who’s ανοίγουν τον δρόμο στη ροκ όπερα με το «Tommy», την ιστορία ενός παιδιού που, μπροστά στο έγκλημα, ανακαλύπτει έναν εναλλακτικό τρόπο να διανοείται και να αισθάνεται. Το ροκ μιούζικαλ «Ηair» θα ταράξει επίσης τα νερά με τις απροκάλυπτες ψυχεδελικές του προεκτάσεις, ενώ θα ακολουθήσουν και άλλα αιρετικής θεματολογίας όπως το «Godspell» και το «Rocky Horror Show». 

Μετά το «Joseph and the Technicolor Dreamcoat», ο Andrew Lloyd Webber και ο Tim Rice θα κυκλοφορήσουν, το 1970, αρχικά ως δισκογραφικό άλμπουμ, μια ροκ όπερα με θέμα τις τελευταίες ημέρες του Ιησού. Σε αυτή την εκδοχή του Θείου Δράματος, που δεν απευθύνεται σε συνειδητοποιημένους πιστούς αλλά μάλλον στα ανήσυχα πνεύματα, ο Ιησούς σκιαγραφείται σχεδόν ανέτοιμος να αναλάβει τη μεσσιανική του αποστολή και χωρίς ακριβή συναίσθηση του μέχρι πού μπορεί να φτάσει. Σε αντιδιαστολή, ο Ιούδας εμφανίζεται ως αντίφρων ιδεολογικός αντίπαλος αλλά και τραγικό θύμα του ρεαλισμού του(!), ενώ η παρουσία της Μαρίας Μαγδαληνής δίνει μια καθαρά ανθρώπινη διάσταση στη σχέση του Ιησού με τον περίγυρό του.

Οι πρόσφατες ανά τον κόσμο παραγωγές του έργου επιχειρούν να βρουν σημεία σύνδεσης με το κοινό μέσα από επίμαχα και διαχρονικά οικουμενικοποιημένα μηνύματα, όπως η ειρήνη, η καταπολέμηση των αδικιών στον πλανήτη, τα κοινωνικά προβλήματα των σύγχρονων μεγαλουπόλεων, οι αποκατάσταση των ελευθεριών κοκ. Στην παραγωγή του θεάτρου Ακροπόλ (σκηνοθεσία Θέμιδας Μαρσέλλου) το πεδίο δράσης τοποθετείται σε ένα ταραχώδες αστικό κέντρο, πολύ κοντά στα δικά μας Εξάρχεια. Είτε πρόκειται για έμμεση αναφορά στον χιουμοριστικό μύθο-αλληγορία της δεκαετίας του ’80 περί «έλευσης του Χριστού στα Εξάρχεια»(!) είτε υπαινικτικό σχόλιο στον Αναρχοχριστιανισμό του Leo Tolstoy και αργότερα περιπτώσεων όπως των Nikolai BerdyaevAmmon HennacyDorothy Day και Jacques Ellul, η όλη σύλληψη φαίνεται να συρρικνώνει τη δυναμική του έργου σε μια ασφυκτικά κλειστή συνθήκη και μια επικαιροποίηση, στο επίπεδο της οικείας κοινής εμπειρίας, που στερεί το υπερχρονικό και υπερτοπικό άπλωμά του.

Ο Αιμιλιανός Σταματάκης, ερμηνευτικά στο μήκος κύματος που ο Τim Rice φαντάστηκε τον Χριστό του, ταλαντευόμενο και οργίλο επαναστάτη, αλλά με τεχνική τοποθέτηση φωνής που προσιδιάζει περισσότερο σε πιο όψιμες (και πιο συμφωνικές) δουλειές του Webber, ο Ησαΐας Ματιάμπα, ως Ιούδας, αγκυρωμένος περισσότερο σε φιζίκ και φωνητικές δεξιότητες παρά στις ίδιες τις δυναμικές της υποκριτικής, η Ήβη Αδάμου, ως Μαρία Μαγδαληνή, θεατρικά μετέωρη (η ροκ όπερα δεν είναι συναυλία αλλά θέατρο), ο Βασίλης Αξιώτης, ως Πιλάτος, στέρεος σκηνικά και φωνητικά προσδίδοντας μια ατόφια ροκ απόχρωση στην έννοια του ηθικού διλήμματος, ο Νίκος Μουτσινάς, στο χαρακτηριστικό King Herod’s Song, ευφάνταστος ερμηνευτής αλλά με οριακό φωνητικό αποτέλεσμα, συγκερασμένο υποκριτικά, κινησιολογικά και τραγουδιστικά γενικό σύνολο, και τέλος, μουσική διεύθυνση (Ηλίας Καλούδης), που δίνει τη δυνατότητα στην ορχήστρα να αποδώσει με διαύγεια όλη την παλέτα των αισθημάτων και των εκρήξεων του έργου.

 

Τελευταία τροποποίηση στιςΔευτέρα, 16 Μάιος 2022 13:27
(0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.