Κριτική | Βάτραχοι


Οι «Βάτραχοι» (405 π.Χ.) καταγράφονται ως το «κύκνειο άσμα» της παραδοσιακής μορφολογίας της Αρχαίας Αττικής Κωμωδίας. Δεκατρία χρόνια αργότερα, με τις «Εκκλησιάζουσες», ο Αριστοφάνης θα προοιωνίσει αποφασιστικά, με την κατάργηση της «Παράβασης», τα νέα ήθη γραφής, ενώ με τον β΄ «Πλούτο» (388 π.Χ), όπου ο Χορός θα απολέσει οριστικά την ισχύ του, εισερχόμαστε στην εποχή της Μέσης  Αττικής Κωμωδίας. 

Στους «Βατράχους» ο Αριστοφάνης διατυπώνει την αγωνία του για την πνευματική παρακμή της Αθήνας λίγο πριν από τη λήξη του Πελοποννησιακού Πολέμου και μετά τον θάνατο των τριών μεγάλων φάρων της τραγικής ποίησης, η συμβολή των οποίων, κατά τον ποιητή, λογίζεται σπουδαιότερη και από εκείνη ακόμα των εκάστοτε στρατηγών, πολιτικών, φιλοσόφων και ρητόρων.

Το ταξίδι του Διόνυσου και του δούλου του Ξανθία στον Άδη, με τις υποδείξεις του Ηρακλή –ενδιάμεσου μεταξύ Επάνω και Κάτω Κόσμου αλλά και θεών και ανθρώπων– και οι εκεί περιπέτειές τους με τελική αποστολή τη νεκρανάσταση του Ευριπίδη, παίρνει τη μορφή μιας μυστικιστικής παραβολής, όπου ο κόσμος των νεκρών αντιπροσωπεύει κάθε μορφής αΐδιου ζωτικότητας που αναβλύζει από το ευφάνταστα υπερβατικό, ενώ των ζωντανών τη θνησιμαία φύση των συμβατικών ανθρώπινων πραγμάτων. Σε αυτή την πορεία οι δύο Χοροί (των Βατράχων, που συμβολίζουν τις κακότεχνες φωνές των σύγχρονων ποιητών, και των Μυστών, που με τις παρεμβάσεις τους φωτίζουν τον αδόκητα ζωοποιό χαρακτήρα του Κάτω Κόσμου) συνταιριάζονται σε μια πορεία με απώτερη κορύφωση έναν «Αγώνα Λόγων» μεταξύ Ευριπίδη και Αισχύλου, μια παράδοξα γενναιόδωρη παρακαταθήκη πρώιμης λογοτεχνικής κριτικής και θεωρίας της τέχνης της τραγικής ποίησης με σκηνικό «σαρκίο».

Ως δείγμα της όψιμης Αρχαίας Αττικής Κωμωδίας οι «Βάτραχοι» φέρουν, αναμφίβολα, μια αποκρυσταλλωμένη πνευματικότητα που υπερίπταται  καταφανώς του κωμικού, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα και μια βαθιά πεποίθηση για τη σπουδαιότητα του πνευματικού οπλοστασίου της πολιτείας, τον θεμέλιο λίθο της. Σε αυτήν τη συλλογιστική, ο Αριστοφάνης προκρίνει απροσχημάτιστα τη στροφή στον κόσμο του επικού μυθικού περιβάλλοντος, τον φυσικό χώρο της γνήσιας ανθρώπινης έκστασης, εκεί όπου συνεγείρονται συναισθήματα και παρορμήσεις, καθώς και στις ακατάλυτες παραδεδεγμένες αξίες (Αισχύλος) παρά σε εκείνον της ωμής πραγματικότητας (Ευριπίδης).

Το εγχείρημα μιας σκηνικής αναβίωσης των «Βατράχων» παραμένει, διαχρονικά, πρόκληση στο πεδίο μιας αναζήτησης στις παρυφές της παρατραγωδίας, χωρίς παράλληλα να αποσοβείται η κωμική συνθήκη. Στη δημιουργία του Κώστα Φιλίππογλου αυτή η ισορροπία φάνηκε να επιτυγχάνεται. Σε ίση απόσταση από μια κλασική λαϊκότροπη παρωδία και ένα παραστατικό σκηνικό χάππενιγκ με άξονα το σωματικό θέατρο, η απόδοση αυτή των «Βατράχων» κινήθηκε απροκατάληπτα με γνώμονα το ένστικτο, την ανακλαστικότητα, τον αυτοσχεδιασμό αλλά και τον συγκροτημένο ρυθμό και την αρμονία. Οι ερμηνείες, στο σύνολό τους, διέθεταν κάτι από τη διάφανη καθαρότητα και naïveté των ηρώων καρτούν, μια απροσποίητη αμεσότητα και εξωστρέφεια, όσο και μια επίγνωση του χώρου που τους αντιστοιχούν.

Η μουσική επένδυση (Νίκος Γαλενιανός) εμφύσησε μια αίσθηση λυρικού μυστηρίου στα αριστοφανικά χορικά, το εντυπωσιακό κεντρικό σκηνογραφικό έξαρμα με τα τραμπουκέτα (Τέλης Καρανάνος, Αλεξάνδρα Σιάφκου) συνέβαλε αποφασιστικά στο στοιχείο της έκπληξης και την επίταση του σκηνικού ρυθμού, ενώ η μετάφραση (Γιώργος Μπλάνας) μετέφερε με ευκρίνεια τον πνευματώδη αριστοφανικό λόγο με όλους τους χυμούς και τις σημάνσεις του.

Τελευταία τροποποίηση στιςΔευτέρα, 16 Μάιος 2022 12:54
(0 ψήφοι)

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

« Κριτική | Τίμων ο Αθηναίος Κριτική | Ηλέκτρα »

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.