Κριτική | Ο Αμπιγιέρ


Ιανουάριος του 1942. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος μαίνεται. Βομβαρδισμοί, αεροπορικές επιδρομές, σειρήνες συναγερμού ταράζουν τη γαλήνη της βρετανικής επαρχίας. Κι ενώ όλοι τρέχουν στα καταφύγια, ο Σερ, ένας περιοδεύων τριτοκλασάτος ηθοποιός σαιξπηρικών ρόλων αντιστέκεται και επιμένει να βγει στη σκηνή. “Απόψε θα ακουστεί ο λόγος του Ουίλιαμ Σαίξπηρ όσο κι αν αυτοί εκεί πάνω κάνουν ό, τι μπορούν για να με αποτρέψουν! Εμπρός λοιπόν, βομβαρδίστε μας, αφανίστε μας, αλλά κάθε λέξη που θα εκστομίσω απόψε, κάθε στίχος θα είναι ένα αλεξικέραυνο, που πάνω του θα συντρίβεται όλος ο τρόμος που θέλετε να μας σπείρετε”, διατρανώνει με πάθος, καθώς η παραφροσύνη των καιρών ορθώνει το απειλητικό της ανάστημα μπροστά στο δικό του όραμα της δημιουργίας και της τέχνης, που έχτισε ταπεινά και με κάματο μια ολόκληρη ζωή.

Σκιά στη σκιά του ο Νόρμαν, ο πιστός αμπιγιέρ του, ένας άνθρωπος με τραυματικό παρελθόν, άλλοτε παρά λίγο καταδικασμένος στο αδιέξοδο της τρέλας, που στη λάμψη, τις αγωνίες, τις χαρές και τους ενθουσιασμούς του θεάτρου, και δίπλα στην πληθωρική παρουσία του ινδάλματός του, ανακαλύπτει έναν κόσμο, όπου “κρύβεται η πραγματική ομορφιά”, όπου “κάθε πόνος και βάσανο είναι ανεκτά και δεν αισθάνεσαι ποτέ μόνος”. Οι δυο τους περνούν μαζί χρόνια ολόκληρα σε μια σχέση εξάρτησης, αρωγής αλλά και αυταρχισμού, κάθε φορά που ο βετεράνος καλλιτέχνης επιπλήττει τον υπηρέτη του, τον οποίο θεωρεί πάντα δεδομένο, καθώς υπομένει αδιαμαρτύρητα, και με αίσθημα ανεξάντλητης δοτικότητας, τις γεροντικές παραξενιές του και την κυκλοθυμία του. Ένα “ζευγάρι” με αρκετές δυνατές όψεις: την εγγύτητα, το συναισθηματικό δέσιμο, τον σεβασμό, τα ανομολόγητα μυστικά και, ίσως, μια επιμελώς απωθημένη δυσφορία. Ένα ζευγάρι όπου ο αδύναμος κρίκος του, μέσα στην πελιδνότητά του, φαντάζει ένα μικρό λαμπερό σύμβολο αλτρουϊσμού, ένας μικρός “άγιος” προορισμένος να οπλίζει με δύναμη, πίστη και κουράγιο, ένα πληγωμένο αστεράκι που λαμπυρίζει μέσα στην παράνοια των σκοτεινών και παγερών παρασκηνίων των επαρχιακών θεάτρων.

Όταν όμως το ταξίδι μιας πολυτάραχης ζωής, χαμένης στα γερασμένα σανίδια της σκηνής, τα φώτα και τα χειροκροτήματα, πλησιάζει στο τέλος του, και όταν πια αυτό το τέλος έρχεται ατάραχα και αθόρυβα, τα συναισθήματα οργιάζουν, ο νους ταράζεται και πάλι μπροστά στην αδικαίωτη προσφορά-κατάθεση ζωής, μπροστά στο νέο αδιέξοδο που ανοίγεται, καθώς το θέατρο, που μέχρι τώρα ήταν “μεγαλείο, η άνοιξη και το καλοκαίρι” θα ξαναγίνει απελπισία και γκρίζος χειμώνας.

Πίσω από τον πιστό αμπιγιέρ Νόρμαν ο Ρόναλντ Χάργουντ ξεδιπλώνει το προσωπικό του βίωμα. Είναι ο ίδιος, ή έστω περίπου ο ίδιος, όταν έπαιξε αυτόν τον ρόλο στη ζωή για τον βρετανό ηθοποιό Ντόναλντ Βολφίτ (1902-1968), με τον οποίο συνδέθηκε άρρηκτα τόσο η καριέρα του Πήτερ Ο’ Τουλ όσο ακόμα και του ίδιου του Χάρολντ Πίντερ.

Αφέντης και υπηρέτης, κάτι από τον θερβαντικό Σάντσο και τον Ζακ του Ντιντερό ή, αν πάμε παραπέρα, από τον μπρεχτικό Μάττι, το μοντέλο αυτής της περσόνας παραμένει οικείο στη λογοτεχνία και το θέατρο κυρίως για το πως σκιώδεις παρουσίες, που άλλοτε υπομένουν καρτερικά, άλλοτε φιλοσοφούν με θαυμαστή βαθύνοια και άλλοτε επικρατούν με τον δικό τους χαρακτηριστικό, αιρετικό τρόπο, γίνονται πρωταγωνιστές της ζωής “μεταφράζοντας” την κρυφή της αλήθεια, καλή και κακή.

Μέσα στη ξεθωριασμένη λάμψη μιας έκλαμψης, που σαν να ξεπηδά μέσα από σκηνικές ατμόσφαιρες του Γκόρντον Κραίηγκ, ο Μανώλης Δούνιας (Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας Β’ Σκηνή) οικοδόμησε με λεπτομέρειες γλυπτικών πτυχώσεων αλλά και δωρικότητα το “επίμετρο” αυτής της σχέσης ζωής, του Σερ και του Νόρμαν, μιας σχέσης τόσο ισχυρής όσο και ηχηρά αδικαίωτης, που, με τραγικό τρόπο, αφομοιώνεται τελικά μέσα στο εφήμερο της τέχνης του θεάτρου.

Η μετάφραση της Εύας Γεωργουσοπούλου, με ώριμο, εμπεδωμένο θεατρικά λόγο και με εσωτερικό παλμό, σμίλεψε με μέριμνα τους ψυχισμούς και τους χαρακτήρες των προσώπων μεταδίδοντας και τη “θερμοκρασία” του χώρου. Ο Αλέξανδρος Μυλωνάς ενσάρκωσε πολύπλευρα αλλά με ισορροπία και διακριτές ανάσες τον παλαίμαχο γηραιό ηθοποιό με το ανερμάτιστο της φύσης του, τη χαριτωμένη αλαζονεία, τη μεγαλορρημοσύνη, τη δηκτικότητα με το σκοτεινά σαρκαστικό στριντμπεργκικό χιούμορ, αλλά και το πικρό παράπονο, την απόγνωση και την ακατάβλητη ψυχή του ταγμένου καλλιτέχνη. Ο Μάνος Βακούσης απέδωσε τον πιστό αμπιγιέρ Νόρμαν με την κάτισχνη φυσιγνωμία, την πληγωμένη θωριά και τη λιπόσαρκη σιλουέτα, που γλιστρά διακριτικά, και επί της ουσίας, στη ζωή και τον ταπεινό κόσμο του ειδώλου του, από το οποίο αντλεί ακόρεστα ελπίδα και απαντοχή. Η Άννυ Λούλου και η Ευγενία Αποστόλου απεικόνισαν τον κόσμο των ματαιώσεων της τέχνης, που μοιραία συναντιούνται με εκείνες της πραγματικής ζωής, οδηγώντας στην άρνηση, τον κυνισμό και τη φυγή, με την ψυχρή επίγνωση που κρύβουν οι ατελέσφορες προσδοκίες αλλά και με ευδιάκριτες τις εσωτερικές τους ρωγμές.

 

[ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ της Παράστασης]

Μετάφραση: Εύα Γεωργουσοπούλου
Σκηνοθεσία: Μανώλης Δούνιας
Σκηνικά: Δημήτρης Πολυχρονιάδης
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Μουσική: Θοδωρής Οικονόμου
Φωτισμοί: Βαλεντίνα Ταμιωλάκη
Βοηθός Σκηνοθέτη: Μαρία Χανδρά
Φωτογραφίες-trailer: Πάτροκλος Σκαφίδας
Επικοινωνία: Ανζελίκα Καψαμπέλη-Έλενα Γρίβα
Παραγωγή: Kart Productions

Ερμηνεύουν : Αλέξανδρος Μυλωνάς, Μάνος Βακούσης, Άννυ Λούλου,
Ευγενία Αποστόλου, Νίκος Καλαμό, Δημήτρης Μαργαρίτης

 

Β’ Σκηνή του Θεάτρου Οδού Κεφαλληνίας

Τελευταία τροποποίηση στιςΚυριακή, 15 Μάιος 2022 11:21
(0 ψήφοι)

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

« Κριτική | Η γυναίκα με τα μαύρα Κριτική | Heisenberg »

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.