Κριτική | Η γυναίκα με τα μαύρα


Το φάντασμα του Δαρείου των “Περσών”, εκείνο του Κλαύδιου στον “Άμλετ” ή του “Δον Ζουάν” και, αργότερα, όσα συναντάμε στον Στρίντμπεργκ, στον Εντουάρντο ντε Φίλιππο ή ακόμα και στον Νόελ Κάουαρντ (για να αναφερθούν ορισμένες μόνο περιπτώσεις), αποδεικνύουν ότι η παγκόσμια δραματουργία επιλέγει να “συνδιαλέγεται” διαχρονικά και με συνέπεια με το υπερφυσικό, ως ένα σκηνικό εργαλείο με διάφορες εκφάνσεις και πολλαπλή επενέργεια στο πεδίο της πρόσληψης και της θεατρικότητας. Ο Τσβέταν Τοντόροφ στην “Εισαγωγή στη φανταστική λογοτεχνία” αναφέρει χαρακτηριστικά ότι “στο θέατρο η εναλλακτική που δίνεται δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με το φανταστικό και το πραγματικό, αλλά και με το φυσικό και το υπερφυσικό, καθώς επίσης και ότι το κείμενο οφείλει να υποχρεώνει τον αναγνώστη σε μία ταλάντευση ανάμεσα σε μία φυσική και υπερφυσική εξήγηση των γεγονότων που αναπαριστάνονται”.

Τα φαντάσματα, ως κατασκευές μη υπαρκτές, και επομένως ως μη-χαρακτήρες, φέρουν, παρ’όλα αυτά, γνωρίσματα, εξωτερικά ή άλλα, που παραπέμπουν ευθέως σε πραγματικά πρόσωπα. Μάλιστα, όπως επισημαίνει ο Πατρίς Παβίς, “τα φανταστικά αυτά σκηνικά πλάσματα δεν υπόκεινται στην ανακλαστική λειτουργία της “άρνησης” (dénégation) εκ μέρους του θεατή, δηλαδή της συνειδητοποίησης ότι όσα αναπαριστάνονται ανάγονται στη σφαίρα του φανταστικού (κάτι που συμβαίνει με τα φυσικά πρόσωπα), γεγονός που τα κάνει να εμφανίζονται απελευθερωμένα από τη συνθήκη μιας πολύ συγκεκριμένης αναπαράστασης. Και όσο πιο μη πραγματικά εμφανίζονται τόσο πιο φαντάσματα μοιάζουν!”

Από μια άλλη πάλι θεώρηση, το φανταστικό, ως λειτουργία, είναι σύμφυτο και με τη στάση του θεατή, που ενώπιον της σκηνικής αναπαράστασης βιώνει τη σύγκρουση ανάμεσα στο γεγονός που αναπαριστάται και στο σκηνικό συμβάν που λαμβάνει χώρα στον παρόντα χώρο και χρόνο. Άρα και για τον θεατή η ίδια η σκηνή από μόνη της συνιστά ένα είδος φαντάσματος. Αλλά και για τον σκηνοθέτη, καθώς κλιμακώνει τη συγκρότηση του σκηνικού χώρου, απομακρυνόμενος από τις ενστικτώδεις επιταγές και τη γνήσια μορφή του αρχικού κειμένου, επί της ουσίας, παροχετεύει στο όραμα του κάτι το φανταστικό. Κατά συνέπεια, η συζήτηση για την παρουσία του υπερφυσικού και του φανταστικού και για το πως επιδρά στη σκηνή και στο κοινό, έχει αντιστρέψει την ορολογία ώστε αντί για “θέατρο του φαντάσματος” να μιλάμε για “φάντασμα του θεάτρου”, έναν, ουσιαστικά, φαντασματικό χώρο, όπου συνυπάρχουν αγαστά οι επιθυμίες και τα υποσυνείδητα τόσο των δημιουργών όσο των θεατών.

Στο ψυχολογικό θρίλερ του Στίβεν Μάλατρατ “Η γυναίκα με τα μαύρα”, που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Σούζαν Χιλλ, η λειτουργία του φανταστικού στην σκηνή δεν είναι άσχετη προς τη θεατρική λειτουργία. Δεν είναι τυχαίο που ο Μάλατρατ επιστρατεύει ως χαρακτήρα έναν ηθοποιό προκειμένου να υποδείξει στον κεντρικό ήρωα Άρθουρ Κιπς πως να αφηγηθεί την εμπειρία του, που βρίθει από βασανιστικά και μοιραία μεταφυσικά φαινόμενα. Εδώ το θέατρο λειτουργεί σαν ένα πεδίο που στέκεται κριτικά, σχολιάζει, φωτίζει, υπογραμμίζει, διορθώνει ακόμα και σαρκάζει ένα περιγραφόμενο γεγονός αταξινόμητο ως προς την αξιοπιστία του, νεφελώδες και εκτεθειμένο στη διακριτική ευχέρεια των προσωπικών κριτηρίων δημιουργού και θεατών. Έχουμε, με άλλα λόγια να κάνουμε με ένα ερέθισμα, που ανακαλεί την συμπυκνωμένη εμπειρία του θεατή επιζητώντας έναν επαναπροσδιορισμό, ή εξορθολογισμό του, μέσα από τη μέθεξη σε ένα κατασκευασμένο σκηνικό προιόν που συντελείται τώρα. Συνεπώς, ο ρόλος του θεάτρου εν θεάτρω είναι κομβικής σημασίας, καθώς αντιπαραβάλλει, αντισταθμίζει και ισορροπεί το φανταστικό και το πραγματικό, το φυσικό και το υπερφυσικό.

Ενδιαφέρον στην παράσταση του θεάτρου “Κάτια Δανδουλάκη”, σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη, είναι το ότι το εγχείρημα παρέμεινε προσηλωμένο στο ξεδίπλωμα των εσωτερικών πτυχών των χαρακτήρων, στη σκιαγράφηση των ιδιαίτερων στοιχείων της χαρακτηριστικής τυπολογίας, στην κατάδειξη της εσώτερης ανθρώπινης συνθήκης των υπαρξιακών συγκρούσεων, περισσότερο από τα εντυπωσιοθηρικά grand guignol τεχνάσματα, και παρά τις αισθητικά άρτιες, ποιητικές γκόθικ σκηνικές εικόνες και τους αντίστοιχους φωτισμούς. Υπό αυτή την έννοια, δικαιώνεται ο ρόλος του επάλληλου θεάτρου, ως μέσο διήθησης του μύθου από το σκηνικό φίλτρο.

Ο Νίκος Κουρής με αυτεπίγνωση των ρυθμών, της κλίμακας κάθε μεταμόρφωσης και της ισοκατανεμημένης παρουσίας και ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης, με ποιότητες δραματικού θεάτρου, εκφραστική δεινότητα, ελεγχόμενη σωματικότητα και κίνηση και ακριβή κατάδειξη των συναισθηματικών αποχρώσεων χωρίς παράταιρες διογκώσεις, συνθέτουν ένα δίδυμο αρμονικής ερμηνευτικής αλληλεπίδρασης.

 

[ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ της Παράστασης]

Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Νικορέστης Χανιωτάκης
Σκηνικά: Μαίρη Τσαγκάρη
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Παίζουν: Νίκος Κουρής και Κωνσταντίνος Ασπιώτης

Θέατρο ΚΑΤΙΑ ΔΑΝΔΟΥΛΑΚΗ

Τελευταία τροποποίηση στιςΚυριακή, 15 Μάιος 2022 11:19
(0 ψήφοι)

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

« Κριτική | Για την Ελένη Κριτική | Ο Αμπιγιέρ »

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.