Κριτική | Ο Ζητιάνος


Από τη λαογραφική απεικόνιση του ελληνικού τοπίου και της παράδοσης, κατά τα πρότυπα του άλλοτε θρυλικού Ελληνικού Λαϊκού Θεάτρου του Μάνου Κατράκη στις δεκαετίες ’50-’60, μέσω της πιστής, αυθεντικής αναπαράστασης και με στόχο τη διέγερση της εθνικής μνήμης, μέχρι τις σύγχρονες δραματουργικές συνθέσεις, κυρίως, πεζογραφημάτων (αφαιρετικές και συμπτυγμένες) και την αξιοποίηση της ανάπτυξης των σχολών σωματικής υπόκρισης (Lecoq, Complicité, Viewpoints κλπ), κατά την απόδοση της συνθετότητάς τους (ετερόκλητων τύπων και χαρακτήρων και σκιαγράφησης τοπικών και χρονικών ιδιαιτεροτήτων, ιδεών και νοημάτων), έχουν μεσολαβήσει σημαντικότατες εξελίξεις προς την κατεύθυνση χειραφέτησης της σκηνικής δημιουργίας.

Στην περίπτωση των ηθογραφιών, όπου όλα εντάσσονται σε μια προγραμματική αποτύπωση (ηθών, εθίμων, παραδόσεων, τοπικών γλωσσικών ιδιωμάτων, πολιτικοκοινωνικών συνθηκών) άλλοτε μέσα στη λογική της εξιδανίκευσης ενός μακρινού, όσο και σαγηνευτικά ανακαλούμενου, παρελθόντος, σημείου αναφοράς της ιστορικής και πολιτισμικής συλλογικής μνήμης, και άλλοτε με την ψυχρή παρατηρητικότητα του εμπειρισμού και της επιστημονικής θεώρησης του μεθοδικού νατουραλισμού, καθίσταται ενδιαφέρον το πως η σύγχρονη θεατρική δημιουργία αναζητά νέες μεθόδους για την ερμηνεία τους, διερχόμενη από μοντερνιστικές ή ακόμα και μεταδραματικές προσεγγίσεις, φαινομενικά, σε δυσαρμονία με τη γραμμικότητα της αφηγηματικής φόρμας και την περιεκτική παράθεση γεγονότων και καταστάσεων.

Στον “Ζητιάνο” (1896), που αποτελεί το απώγειο της συγγραφικής παραγωγής του Καρκαβίτσα, ένα κλασικό δείγμα ηθογραφικού διηγήματος του πρώιμου δημοτικισμού, μια δραματουργική προσαρμογή έχει να διαχειριστεί το εξόχως κατεργασμένο ύφος του πρωτότυπου, μια ανάγλυφη παραστατικότητα εικόνων και περιγραφών καθώς και μια ευφάνταστη γλωσσική και εκφραστική δαψίλεια αλλά, πολύ περισσότερο, το πως όλα αυτά τα δεδομένα δύνανται να ενσωματωθούν και να αναδειχθούν θεατρικά σε μια ευσύνοπτη σκηνική συνθήκη.

Μορφολογικά, στο συγκεκριμένο πεζογράφημα, ο Καρκαβίτσας δίνει το δικό του προσωπικό στίγμα γραφής μεταθέτοντας τη δράση σε παρόντα χρόνο και σε μία απόλυτα συγχρονική και βιωμένη σχέση με τους τόπους και την εποχή, σε σημείο που να αναδίδεται η εντύπωση ταύτισης του δημιουργού με τον βίο και τη μοίρα των προσώπων του. Επιπλέον, καταφεύγει στο να “φωτίζει τις καταστάσεις εκ των ένδον” και από κοντινή απόσταση, και να μεταφέρει την πραγματικότητα απογυμνωμένη, και όχι ιδωμένη μέσα σε κάδρο, έτσι που, επί της ουσίας, οι ίδιες λέξεις και οι εικόνες του να συνιστούν από μόνες τους ζωντανές ψηφίδες της πραγματικότητας. Και όπως αναφέρει ο Mario Vitti, “ενίοτε δεν καταλήγει στην ελεγειακή και νοσταλγική επίκληση λαογραφικών θεμάτων αλλά αποτυπώνει στο υλικό του μια απόλυτα επική ορμή” ενώ, με τη σειρά του, ο Λίνος Πολίτης καταγράφοντας ακριβώς την ίδια συγγραφική ιδιοσυστασία, αντιδιαστέλλει “τη νοσταλγία και τον ρεμβασμό” του Παπαδιαμάντη με εκείνη την “ψυχογραφική παρατήρηση”, τη, συχνά, ωμά ρεαλιστική, που καθιστά τον Καρκαβίτσα έναν δεξιοτέχνη ψυχοτόμο.

Η σκηνική προσαρμογή, σε σκηνοθεσία Ρουμπίνης Μοσχοχωρίτου, αυτού του χαρακτηριστικού δείγματος του ελληνικού ηθογραφικού διηγήματος, βρίσκει αποτελεσματικές διόδους ενδελεχούς θεατρικής επεξεργασίας, άσκησης και ανάπτυξης της σωματικής ερμηνείας των ηθοποιών, διευθέτησης και υποδήλωσης -λειτουργικής και αισθητικής- του σκηνικού χώρου.

Πιο κοντά στις τεχνικές Lecoq, στα πλαίσια της Figuration mimée, της Mime d’Action, του Corps mimeur, της Bande mimée και του Rejeu-jeu και με επικουρική χρήση της Μasque Larvaire και της Contre-masque, σε ένα σκηνογραφικό τοπίο συμβόλων μέχρι τις παρυφές του ιμπρεσιονισμού, η σκηνοθέτης συνέζευξε αγαστά την ηθογραφική λεκτική περιγραφικότητα του πρωτότυπου με εκείνη που εκφράζεται από τις κινήσεις, τις Αντισταθμίσεις (Compensations) και τις Εναλλαγές (Alternances). Με ικανό χειρισμό του ρυθμού, της κλιμακούμενης έντασης, της πυκνότητας των εικόνων και της κινητικότητάς τους, αλλά και με εναργέστατη απόδοση των πλέον λεπτών χαρακτηριστικών των προσώπων, έτσι όπως αυτά συνδηλώνουν τα ιστορικά και κοινωνικοπολιτικά συμφραζόμενα, το αποτέλεσμα δικαιώνει τόσο την αρχική σύλληψη και μορφή όσο και το σκηνικό εγχείρημα.

Στο ρόλο του κεντρικού αντιήρωα ζητιάνου ο Λεωνίδας Κακούρης, οικοδομεί περίτεχνα τα επάλληλα στρώματα του ρόλου, τόσο τη συμπεριφορική σημειολογία της υποκρισίας και της περιχαράκωσης έναντι του κοινωνικού περιβάλλοντος, όσο και τη σπασμωδική καταβύθιση στο “εγώ”, στη μοναχική συνομιλία με τον προσωπικό, εσώτατο κόσμο του ψυχικού ζόφου και των αποκρουστικών συναισθημάτων.

Οι λοιποί ηθοποιοί Μαρία Καρακίτσου, Μαρία Μπιλάλη, Λευτέρης Παπακώστας και Γιώτα Τσιότσκα αποδίδουν όλα τα κομβικά πρόσωπα του διηγήματος του Καρκαβίτσα με μεταμορφωτική δυναμική και οργανικά συνδεδεμένοι με τη μεταφυσική αύρα που αποπνέει η σκοτία και μυστηριακή περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

[ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ της Παράστασης]

 

Διασκευή: Κική Κουβαρά
Σκηνοθεσία: Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτου
Σκηνογραφία-Κοστούμια: Δήμητρα Λιάκουρα
Πρωτότυπη μουσική: Κώστας Νικολόπουλος
Χορογραφίες-επιμέλεια κίνησης: Άννα Απέργη
Επιμέλεια φωτισμών: Παναγιώτης Λαμπής
Κατασκευή σκηνικού-μάσκες: Περικλής Πραβήτας
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ελένη Δενδρινού
Κλαρίνο-Ντουντουκ: Γιώργος Δούσος
Διεύθυνση Παραγωγής: Όλγα Μαυροειδή

Παίζουν οι ηθοποιοί: Λεωνίδας Κακούρης, Κατερίνα Μπιλάλη, Μαρία Καρακίτσου, Λευτέρης Παπακώστας, Γιώτα Τσιότσκα.

Θέατρο Από Μηχανής

Τελευταία τροποποίηση στιςΚυριακή, 15 Μάιος 2022 11:16
(0 ψήφοι)

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

« Κριτική | Νεκρή ζώνη Κριτική | Για την Ελένη »

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.