Κριτική | Κοριολανός


Ο Κοριολανός κατακρίθηκε για έλλειψη δραματουργικής απλοχωριάς και ευφάνταστου μυθοπλαστικού τοπίου, τέτοιου που να προσδίδει στο κεντρικό πρόσωπο μια αύρα υπερβατική, αν όχι μεταφυσική, ανάλογη με εκείνες που περιέβαλλαν τους ήρωες των άλλων μεγάλων τραγωδιών της δεύτερης σαιξπηρικής συγγραφικής περιόδου (1600-1608). Αντίθετα, ο Γάιος Μάρκιος εκπροσωπεί έναν οριζόντια σκιαγραφημένο ήρωα με μάλλον αυχμηρά και μονολιθικά χαρακτηριστικά και με ελάχιστες αμβλύνσεις, που να προχωρούν πέρα από το στενό ιστορικό πλαίσιο.

Αφενός η προέλευση της θεματολογίας από τους Βίους του Πλούταρχου, αφετέρου η ιστορική συγκυρία, κατά την οποία ο Σαίξπηρ αντιλαμβάνεται τη συνάφεια Ιακώβου και Κοριολανού σε ό, τι έχει να κάνει με την απαξιωτική διαχείριση της λαϊκής δυσαρέσκειας έναντι των επιλογών της εξουσίας, αυτή η τελευταία τραγωδία του μεγάλου Βάρδου μοιάζει περισσότερο με “γειωμένη” σκηνική πραγματεία και αναδίφηση πολιτειακών κοινωνικών και φιλοσοφικών ζητημάτων παρά με αξιοποίηση προσώπων και γεγονότων για τη δημιουργία μιας σκηνικά θελκτικής ατμόσφαιρας.

Το κύριο ζήτημα ερμηνείας της συγκεκριμένης τραγωδίας είναι ο ίδιος ο ήρωας και η τραγική του ουσία. Απέναντί του αντιπαρατίθεται ένα γενικευμένο πρόσωπο-σώμα, οι πληβείοι και οι δημαγωγοί, ενώ εκείνος εμφανίζεται σαν την απόλυτη έκφραση της αριστοκρατικής τάξης των Πατρικίων. Οιηματίας αρχιστράτηγος της Ρώμης, με αναρίθμητους καταγεγραμμένους στρατιωτικούς θριάμβους και με την αδιάψευστη σφραγίδα χαραγμένη επάνω του, των σημαδιών από το πεδίο της μάχης, στρέφεται απαξιωτικά προς τον λαό καθυβρίζοντάς τον και αφήνοντας αιχμές για κατάλυση της δημοκρατίας και εγκαθίδρυση απολυταρχικού καθεστώτος. Εξίσου μισητός από τους πληβείους όσο και αντικείμενο του θαυμασμού τους για την πολεμική του αλκή, ο Κοριολανός θα παραμείνει ως το τέλος ένας ορκισμένος αριστοκράτης που μισεί τον όχλο. Με τον ίδιο αρνητισμό και με αίσθημα καχυποψίας αντιμετωπίζει τους επαίνους και τις κολακείες καθώς και την τάξη των πολιτικάντηδων χειραγωγών της λαϊκής βούλησης, τους δημάρχους.

Υπό μια στενή έννοια, η τραγικότητά του συνίσταται στην αυτοακύρωσή του. Προδίδει τα πιστεύω του και πάνω από όλα την ιδέα της πατρίδας, στα οποία είχε επενδύσει την ύπαρξή του. Εξισώνεται με τις αδυναμίες και με το ανερμάτιστο της στάσης του λαού και καθίσταται το ίδιο άστατος και καιροσκόπος, καταλήγοντας να εμφορείται από τα ίδια χαμερπή ένστικτα της εκδίκησης.

Ωστόσο, σε μια πιο ευρεία ανάγνωση η τραγικότητά του απορρέει από την πνευματική του τύφλωση, προϊόν προβληματικής διαπαιδαγώγησης, σε βαθμό που να αδυνατεί να κατανοεί τους φυσικούς νόμους, να μην παραδέχεται τον πραγματικό κόσμο και να διεκδικεί για τον εαυτό του δυνάμεις που ξεπερνούν τα ανθρώπινα μέτρα. Ο Κοριολανός πέφτει θύμα της έωλης κλίμακας αξιών που υιοθετεί για να επιβάλει τη θέση του στο κόσμο αλλά, περισσότερο, της, κατόπιν παραινέσεων, ιδεολογικής του αυτομολίας. Όπως αναφέρει ο Γιαν Κοττ, σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται όλο το φαρμάκι του Σαίξπηρ και η αρχή του τέλους του ήρωα, όπως επίσης και στο γεγονός ότι τελικά αποδεικνύεται πως δεν υπάρχει ένα κοινό σύστημα αξιών τόσο για το άτομο όσο και για την πόλη. Το μίσος του λαού προς τον Κοριολανό δε συνιστά κατ’ανάγκη και καταδίκη του. Το τραγικό τέλος του ήρωα και η αμφίσημη στάση του αντιπάλου Αουφίδιου προς τον νεκρό κάνει την τραγωδία να αναπνέει από τον άνεμο των ανθρωπιστικών ιδεωδών που κομίζει η Ανάγεννηση.

Η παράσταση στο Θέατρο Σημείο (σκηνοθεσία Αλέξανδρου Διαμαντή) μεταφέρει τον υπόκωφο αχό της σαιξπηρικής τραγωδίας που διατρέχει πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις με δωρική στήριξη και χωρίς παράταιρες μεγενθύσεις και καταφυγές σε τεχνικές αισθητισμού. Η στιβαρότητα και η ευκρίνεια των αντίπαλων πόλων (κεντρικός ήρωας-πληβείοι) συνυπάρχουν αγαστά και διακριτά μαζί με τη διαβρωτική και εκφυλιστική πορεία που τους καθορίζουν, πλάθοντας με βραδυφλεγή δυναμική την τραγική στόφα του δράματος.

Σε ένα κεκλιμένο επίπεδο, υπό την κατοπτρική προβολή των εκδοχών θεώρησης των γεγονότων ανάλογα με τις κοινωνικές τάξεις, τις ιδεολογίες και την πνευματική υποδομή των πρωταγωνιστών, το σαιξπηρικό δράμα αναδεικνύεται ανάγλυφο, ζωντανό, αναβαπτισμένο και επίκαιρο.

Η χυμώδης μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ επιχρίει με ιδιάζουσα ποιητική λάμψη τους σαιξπηρικούς στίχους, ενώ η συνολική σύλληψη της “όψης” (Μικαέλα Λιακατά-Βασιλική Σύρμα) παραπέμπει σε μια υπερχρονική ερμηνεία, που λειτουργεί συνδετικά όσο και αποκωδικοποιητικά για το σύγχρονο κοινό. Οι φωτιστικές δημιουργίες (Άννα Σμπώκου) συμβάλλουν στην ανάδειξη του εσωτερικού φλοιού ενός δράματος δίκην ιστορικού χρονικού, εμποτίζοντάς το με περαιτέρω δραματική ένταση.

Ο Ιωάννης Παπαζήσης συστήνει αρχικά έναν Γάιο Μάρκιο με όλη την ατσάλινη ιδεολογία και την υπαρξιακή μοναξιά που εκείνη φέρει, την ανυποχώρητη θέληση και το μένος από το οποίο εμφορείται. Ακολούθως, οι εσωτερικοί αρμοί και η γενική ακαμψία σταδιακά χαλαρώνουν, σύροντας στην επιφάνεια τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά και τις ευάλωτες πτυχές του ήρωα, που προσλαμβάνουν δυναμική καταλύτη και προπομπού της συνολικής σκηνικής εξέλιξης. Παρ’ολα αυτά, ακόμα και στην ύστατη στιγμή της διάπραξης της δεύτερης προδοσίας έναντι των Βόλσκων, δεν καθίσταται εμφανές ότι απεκδύεται τη λεοντή του ήρωα, διατηρώντας κάτι από την αυταπάτη της μυθικότητάς του.

Η Παρθενόπη Μπουζούρη, ως Τούλος Αουφίδιος, μεταδίδει τον εμμανή και ματαιόδοξο μιλιταριστικό κόσμο με κωδικοποιημένη σκηνική σημειολογία και ουσιαστικά προσλαμβανόμενη αφαίρεση, ενώ, ως Βολούμνια, χρωματίζει τη “σπαρτιάτισσα” μάνα με σκαιά συναισθήματα, πάντα σε αναφορά με την καταγωγή και τις γενικότερες πεποιθήσεις, την ασίγαστη ετοιμοπόλεμη διάθεση, τη γυναικεία δεξιοσύνη και την, εν τέλει, τραγική παραπειστική της δεινότητα.

Τέλος, ο Στάθης Μαντζώρος, ως Μενένιος Αγρίππας, απεικονίζει με ενάργεια την ανίσχυρη πνευματική τάξη, που αδυνατεί να επιβάλει τις απαραίτητες ισορροπίες και στέκεται πηρά και αμήχανη στο έλεος των γεγονότων, ενώ οι παρουσίες των Ά. Γρύμπλα, Ωρ. Μαριόν και Ν. Μίχα στους υπόλοιπους ρόλους πλαισιώνουν ευθύβολα σε ένα συνολικά συντονισμένο πλαίσιο.

 

 

[ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ της Παράστασης]

 

Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές
Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Διαμαντής
Σκηνογραφία: Μικαέλα Λιακατά
Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα
Φωτισμοί: Άννα Σμπώκου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Βικτόρια Στιμπέλσκι
Επικοινωνία: Ειρήνη Λαγουρού

Τους ρόλους ερμήνευσαν:

Ιωάννης Παπαζήσης: Κοριολανός
Παρθενόπη Μπουζούρη: Βολούμνια-Αουφίδιος
Στάθης Μαντζώρος: Μενένιος-Βόλσκος Συνωμότης.
Ορόρα Μαριόν: Βρούτος-Βιργίλια
Άρτεμις Γρύμπλα: Επαναστάτης-Κομίνιος-Βαλέρια-Βόλσκος Άρχοντας.
Νικόλας Μίχας: Επαναστάτης-Σικίνιος-Λάρκιος-Νικάνωρ.

ΘΕΑΤΡΟ ΣΗΜΕΙΟ

Τελευταία τροποποίηση στιςΚυριακή, 15 Μάιος 2022 11:14
(0 ψήφοι)

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

« Κριτική | Θείος Βάνιας Κριτική | Νεκρή ζώνη »

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.