Κριτική | Ιχνευταί


Η σκηνική απόδοση των «Ιχνευτών» του Σοφοκλή από τον Μιχαήλ Μαρμαρινό πρόδιδε μια στόχευση ερευνητική. Κατ’αρχάς, η ενασχόληση με ένα έργο που δεν έχει σωθεί ατόφιο και από το οποίο δεν είναι γνωστό παρά μονάχα ένα τμήμα του, υποβάλλει τον δημιουργό στη διαδικασία να αφουγκραστεί τις άρρητες πτυχές του, πέρα από την ανάγκη του να προσδώσει μια σχετική αυτοτέλεια στο κειμενικό θραύσμα που καλείται να διαχειριστεί. Ακολούθως, το γεγονός ότι η γνώση μας για το σατυρικό δράμα είναι γενικά ελλιπής (που θα ήταν ακόμη περισσότερο εάν δεν υπήρχε ο ευριπιδικός «Κύκλωπας», κάποιοι στίχοι από την «Ars poetica» του Ορατίου και, ίσως ακόμα, ο Isaac Casaubonus) συνιστά από μόνο του ένα γριφώδες περιβάλλον για την οποιαδήποτε ανάπτυξη μιας αναπαραστατικής ιδέας.

Μια τρίτη παράμετρος αφορά αναπόδραστα και τη δυσκολία μεταγραφής του διονυσιακού στοιχείου που διατρέχει το συγκεκριμένο είδος σε ένα λεξικό επικαιροποιημένης προβληματικής.

     Υπάρχει, ωστόσο, σε αυτό το απόσπασμα μια τέμνουσα θεματική ως προς την οριζόντια εκδίπλωση του κεντρικού μύθου (την ανάθεση εκ μέρους του Απόλλωνα στον Σιληνό και στους Σατύρους της αποστολής εντοπισμού των κλεμμένων ζώων του), που αναφέρεται σε μια κοσμογονική εξέλιξη (την εφεύρεση της λύρας και τη γέννηση της μουσικής), αλλά και σε μια μετάβαση του θεού του φωτός σε άλλη διάσταση. Μαζί με αυτό το στοιχείο, κομβικής σημασίας κρίνεται και η τελική απόδοση της ελευθερίας στους Σατύρους, η οποία, με τη σειρά της, κορυφώνει πιο δυναμικά την αίσθηση μιας γενικευμένης απολυτρωτικής διάθεσης.

           Σε αυτή ακριβώς τη χρονική στιγμή, όπου η γραμμικότητα του μύθου εμβολίζεται από ένα θαύμα τελετουργικού χαρακτήρα, η προσήλωση σε εξαντλητικές τεχνικές χορικότητας και η ανάδειξη της σωματικότητας ως υπερσημείου, χρειαζόταν να υποχωρήσουν, προκειμένου, μέσα από το δίαυλο των ηχητικών τοπίων, να εξυφανθεί μια ατμόσφαιρα που να απευθύνεται σε ένα πιο σύνθετο αισθητηριακό σύστημα. Ως εκ τούτου, το λεπτό στρώμα που δημιουργούσαν οι λιτές μουσικές φράσεις του Billy Bultheel παρέμειναν σκόρπιες συλλαβές που δεν συγκροτήθηκαν σε οργανικό όλον, πόσω μάλλον όταν μέσα από το κέλυφος της μυθολογικής αφήγησης αναδύεται μια μεταστοιχείωση της θεϊκής αποστολής. Παρά τις αξιοσημείωτες αναφορές σε πολλές περιοχές του σωματικού θεάτρου, από τη «βιομηχανική» του Μέγερχολντ, τη μεταμορφωτική ενέργεια του δρώντος ηθοποιού του Γκροτόφσκι μέχρι και τη διακριτότητα ανάμεσα στο ρόλο και τον περφόρμερ που παραπέμπει στον Σέχνερ, το ερώτημα που αιωρούνταν αφορούσε το βαθμό κατά τον οποίο οι συμβατικές συνθήκες, μέσα στις οποίες υποχρεούται να λειτουργήσει ο καλλιτέχνης στο συγκεκριμένο χώρο, και το πλαίσιο προσαρμογής σε μια θεσμική θεατρικότητα μπορούν να εκλύσουν όλο το σθένος που απαιτεί μια επιτέλεση. Εντούτοις, αυτοί οι περιορισμοί δεν τροχοπέδησαν την επιθυμία του σκηνοθέτη να μεταπλάσει ανάγλυφα τα συμφραζόμενα του μύθου σε σύγχρονα ερωτήματα, δίνοντας το στίγμα της συνύπαρξης ετερόκλητων γενεών, εθνοτήτων και ταυτοτήτων, έμφυλων και κοινωνικών.

       Η παρουσία του Σταμάτη Κραουνάκη στο ρόλο του Σιληνού ανακάλεσε με διακριτικό και ελεγχόμενο τρόπο την επιταγή να αποκρυσταλλωθεί μια μορφή διονυσιακού εκτοπίσματος, κάπου στο μεταίχμιο μεταξύ σατυρικού δράματος και αττικής κωμωδίας. Η Αμαλία Μουτούση, ως Κυλλήνη, αναδείχθηκε σε ένα εύγλωττο και διασαφητικό πυλώνα μέσα σε ένα φάσμα γενικευμένης κίνησης, εκπέμποντας τη θετικότητα της εμπέδωσης των ορίων του σκηνοθετικού ιδιώματος. Στον αντίποδα, ο Χάρης Φραγκούλης (Απόλλωνας), υπονομεύοντας τη λογική ενός υποκριτικού κέντρου και μιας ερμηνευτικής πυκνότητας, αφέθηκε στο νευρωτισμό και στις εξάρσεις μιας υπερδραστηριότητας, με εκτεθειμένες πολλές από τις συνδέσεις των σημείων που απαρτίζουν το διάγραμμα της συνολικής παρουσίας του. Η συμμετοχή του Steve Katona στο ρόλο του θεού Ερμή ήρθε να παρενοχλήσει καθιερωμένα αφηγήματα, ανοίγοντας ένα αναθεωρητικό οικουμενικό μέτωπο στο σύμπαν του μύθου.

     Τέλος, ένα τόσο δύσκολο παραστατικό γεγονός δεν θα μπορούσε να τελεσφορήσει χωρίς μια στιβαρή επιστημονική εποπτεία (Σταύρος Τσιτσιρίδης) και μια ενδελεχή δραματουργική επιμέλεια (Δηώ Καγγελάρη), προς την κατεύθυνση να καταστεί ένα ακρωτηριασμένο κείμενο μια νοηματική ακεραιότητα και να ενσταλαχτούν σε αυτό νέες σημασιοδοτήσεις.

Τελευταία τροποποίηση στιςΔευτέρα, 16 Μάιος 2022 11:53