Κριτική | Βάκχες


Υπάρχει μια αντινομία ανάμεσα στο τι ακριβώς είναι οι ευριπιδικές «Βάκχες» και στο πώς, κατά καιρούς, διευθετούνται σκηνοθετικά. Πολλοί δημιουργοί, διαπνεόμενοι από αντισυμβατικές ιδέες, βλέπουν στο κύκνειο άσμα του αρχαίου τραγικού την ευκαιρία να περιγραφεί η μάχη ανάμεσα στον ορθολογισμό και στην έκρηξη της ελευθερίας που γεννούν οι φυσικοί νόμοι. Κινούμενοι, λοιπόν, προς αυτή την κατεύθυνση, υπερθεματίζουν ως προς τα αποτελέσματα της δράσης του θεού, αποσοβώντας, την ίδια στιγμή, αυτό καθαυτό το γεγονός της παρουσίας του, δηλαδή την ιδιότυπη διαδικασία Θεοφανείων. Προφανώς, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Ευριπίδης πραγματεύεται περισσότερο τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων παρά τις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων και θεών, καταλήγουν στο ότι ο Διόνυσος είναι περισσότερο όχημα και εργαλείο άσκησης θεατρικότητας παρά κεντρικός πυρήνας, απλά και μόνο ως εμφάνιση.

Με άλλα λόγια, η συντριπτική πλειονότητα των αναγνώσεων των «Βακχών» υπονοεί ότι πρόκειται για ένα επαναστατικό έργο, ενώ, στην πραγματικότητα, παραμένει ένα έργο συντηρητικό τόσο από θεματολογική όσο και από μορφολογική άποψη. Ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός ανήκει στον Martin Hose και είναι απόλυτα ορθός, καθώς, συν τοις άλλοις, δεν είναι δύσκολο να διαπιστώσουμε την αρχαϊκή λιτότητα που το χαρακτηρίζει και η οποία συγκατανεύει προς την παλιά, αισχυλική παράδοση.

  Από την άλλη, ως προβληματική σκηνοθεσίας συχνά υπερισχύει εκείνο που προαναφέρθηκε: μια αναμέτρηση του στείρου ορθολογισμού με τον ανόθευτο κόσμο της φύσης. Η εν λόγω προσέγγιση δεν είναι απόλυτα ακριβής και αυτό γιατί, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Kitto, ο Πενθέας, ο υπερόπτης αρνητής της διονυσιακής λατρείας, «είναι αξιοθρήνητα αδύναμος ώστε να πολεμήσει». Εκεί, όμως, που ο Βρετανός λόγιος αμηχανεί είναι όταν θεωρεί γελοίο το ερώτημα εάν ο Ευριπίδης επιδοκιμάζει ή αποδοκιμάζει τον θεό. Ο Ευριπίδης δεν εκφράζει τίποτε περισσότερο από ένα σκεπτικισμό προς την παρακμή της Πολιτείας, μια αποστροφή προς τους εκφυλισμούς που αυτή προκαλεί και, κυρίως, προς την αλλοίωση της ανθρώπινης φύσης από την οίηση της εξουσίας, την τυφλή θεσμική ευθυγράμμιση και τις φιλοπόλεμες φιλοδοξίες. Υπό αυτή την έννοια, είναι εύστοχη η διαπίστωση του Κώστα Γεωργουσόπουλου ότι ο Ευριπίδης «πονά για την απουσία θεού» που εδώ, στις «Βάκχες», προσλαμβάνει ένα επιπλέον νόημα.

  Με δεδομένους αυτούς τους προβληματισμούς, κάθε προσπάθεια σκηνικής ανασύστασης αυτής της τραγωδίας προσκρούει στη διαχείριση πολλών δεδομένων, με πρώτο και κύριο τη λειτουργία ενός χορού που πρωταγωνιστεί διαμορφώνοντας την εξέλιξη των δρώμενων. Η αποτυχία να δομηθεί κινησιολογικά, εκφραστικά και μετρικά ένας πειστικός και σημασιοδοτημένος χορός Βακχών οδηγεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, στην αποδοχή ότι οι «Βάκχες» φλερτάρουν ανοιχτά με το μη αναπαραστάσιμο.

    Αναμφίβολα, το σκηνικό πόνημα της Νικαίτης Κοντούρη έδωσε σε αυτό το έργο ένα λόγο ύπαρξης στην ορχήστρα, έδειξε διόδους, διαισθάνθηκε απαντήσεις, ακούμπησε με εμπιστοσύνη στις θεατρικά ζωηρές υποκριτικές, μετέδωσε μια αίσθηση παλμού. Δεν απέφυγε, όμως, ως τελική αποκρυστάλλωση, τη διαγραφή μιας αγκυλωτικής ατμόσφαιρας, όπου ο χορός, ο κατεξοχήν φορέας της εκστατικής παράκρουσης, εκτελεί μηχανικά το ρόλο του, χωρίς οι ενέργειες του να διαθέτουν σπλάχνα που να τον συνδέουν με το βαθύ μυστικιστικό υπόβαθρο. Ο Άρης Σακελλαρίου ενσάρκωσε λεπτουργικά τον Διόνυσο με μια παιγνιώδη αίσθηση ελαφράς ειρωνείας. Αυτό, ωστόσο, δεν ήταν αρκετό, στο βαθμό που απαιτούνταν πιο ισχυρά αντερείσματα προκειμένου η σκοπιμότητα της έλευσης του θεού να νοηματοδοτηθεί σφαιρικότερα. Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, απαντώντας στην ανάγκη ανάγνωσης του Πενθέα με τη λογική του παροντισμού, οικειοποιήθηκε τις σημάνσεις μιας τεχνοκρατικής περσόνας που, παρότι γνώριμη ως εικόνα, κατέληξε μια απομακρυσμένη σχηματοποίηση της εσώτερης ουσίας εκείνου που εκπροσωπεί ως ήρωας. Έκπληξη αποτέλεσε η λοξή απόδοση του Τειρεσία, μέσω της οποίας αναδείχθηκαν αρκετές από τις αφανείς πτυχές των εκφραστικών μέσων της Ιωάννας Παππά, ενώ η παρουσία του Δημήτρη Πετρόπουλου στο ρόλο του Κάδμου αποδείχθηκε αρκούντως γειωμένη.

Οι συνήθεις ενστιγματικές υποκριτικές εξακτινώσεις της Κωνσταντίνας Τάκαλου, ως ένα σημείο συμβατές με την απόδοση της μανίας της Αγαύης, δεν απέφυγαν εκτροπές, κατά τις οποίες το μέτρο αναζητούσε την αποκατάστασή του, σε αντίθεση με τον Αγγελιοφόρο του Κωνσταντίνου Ασπιώτη που, αν και διέθετε πάθος και εσωτερική ορμή, συντονιζόταν αγαστά με τους υπόγειους κλυδωνισμούς της δράσης. Τέλος οι εμπνευσμένες μουσικές υποκρούσεις των Θραξ-Punks συνέβαλαν δημιουργικά στη διαμόρφωση ενός ηχητικού περιβάλλοντος, ενδεικτικού της εν γένει κινητικότητας που υπαγορεύει η κλιμακούμενη ένταση της τραγωδίας.

 

Μετάφραση: Γιώργος Χειμωνάς

Σκηνοθεσία: ΝΙκαίτη Κοντούρη

Σκηνικά - Κοστούμια: Λούκια Μινέτου

Μουσική σύνθεση – διδασκαλία:  Θραξ-Punks

Επιμέλεια κίνησης: Ανδρονίκη Μαραθάκη

Φωτισμοί : Νίκος Σωτηρόπουλο 

Δραματουργία: Μάνος Λαμπάκης, Νικαίτη Κοντούρη

Παραγωγή: Ars  Aeterna και ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ιωαννίνων

 

Επόμενες παραστάσεις:

Θέατρο Κολωνού (Ιωαννίνων και Καπανέως), Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2021, ώρα 21.00 Ωδείο Ηρώδου Αττικού, Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2021, ώρα 20.30.

Τελευταία τροποποίηση στιςΔευτέρα, 16 Μάιος 2022 11:56
(0 ψήφοι)

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

« Κριτική | Ιχνευταί Κριτική | Ορέστης »

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.