Κριτική | Οιδίπους


Η απόπειρα για σκηνική διαχείριση μιας διακειμενικότητας συνοδεύεται από την ανάγκη να καταστούν σαφή τα ερμηνευτικά προτάγματα του δημιουργού, όπως αυτά προκύπτουν από μια διαδικασία σύνθεσης, αντιδιαστολής, κριτικής θεώρησης ή προτεραιοποίησης αξιοποιούμενων από ποικίλες πηγές οπτικών, επιχειρημάτων και προβληματικών, αλλά και να μεταστοιχειωθεί το συνολικό εγχείρημα σε παραστατικό γεγονός, προκειμένου να υπερασπιστεί το λόγο ύπαρξής του έναντι ενός κοινού με πολλαπλές στοχεύσεις: επιθυμία για μέθεξη, καταβύθιση στη ψευδαίσθηση, ψυχική ένταση, προσήλωση σε ένα διανοητικό ιστό, απόλαυση της εν γένει καλλιτεχνικής φυσιογνωμίας του.

     Ο μύθος του Οιδίποδα, μέσα από τη ζεύξη του σοφόκλειου πρωτοτύπου με το σενάριο της κινηματογραφικής ανάγνωσής του από τον Pier Paolo Pasolini («Edipo re», [1967]), διαμορφώνει, αναμφίλεκτα, ένα πεδίο, όπου δύναται να λάβει χώρα μια αρκούντως σοβαρή διαλεκτική που άπτεται των οικουμενικών διαστάσεών του, της ευαρμοστίας του σε ολοένα περισσότερες αναδυόμενες νέες πραγματικότητες και του ακατάβλητα διαχρονικού σθένους της οντολογίας του. Και αυτό γιατί ο Ιταλός καλλιτέχνης επιλέγει να εγκύψει στις δομικές περιοχές του προαιώνιου μύθου, υπερπηδώντας τις χωροχρονικές τάφρους που τον απομονώνουν και μεγιστοποιώντας τη δυναμική του στο τώρα (της εποχής του, αλλά και της δικής μας), (αυτό που o Τ. Hawkes θα όριζε ως παροντισμό,  ήτοι μια κριτική προσέγγιση «της οποίας οι ρίζες και οι συνδέσεις με το εδώ και τώρα αναζητούνται πλήρως και ενεργά, φέρνονται σκόπιμα στο προσκήνιο και αξιοποιούνται […]»), (Barry, 2013,  σ. 356).

     Η δημιουργία του Pasolini, όπου συναρθρώνονται η βιωματική σχέση με μια ποιητική οπτική του κόσμου και η πορεία του ανθρώπου μέσα σε αυτόν, η κατάδυση στα μυστηριακά βάθη της ύπαρξης και της τελετουργίας της ζωής, οι ψυχαναλυτικές περιδινήσεις και μια εμμενής ιδεολογική στράτευση με προσωπικά χαρακτηριστικά και αντιφάσεις που εκβάλλει σε μια δριμεία κριτική στον καπιταλισμό, κομίζει ένα εναλλακτικό γλωσσικό, εκφραστικό και περιγραφικό τοπίο, εντός του οποίου το αρχέτυπο διηθείται περαιτέρω και αποκρυσταλλώνεται σε πολλές από τις πτυχές του.

    Η σκηνική σύνθεση «Οιδίπους», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καραντζά, έχοντας υπαχθεί σε κομβικές μεταγγίσεις από το παζολινικό κείμενο, συστήνεται ως μια ανήσυχη και, εν πολλοίς, «ανοιχτή», ή και δημιουργικά ανοχύρωτη, εκδοχή του οιδιπόδειου σύμπαντος, μια εν δραματικώ και σκηνικώ χρόνω ανίχνευση και καταγραφή ενός διαρκώς διαφεύγοντος κέντρου βάρους ως προς τα τιθέμενα ζητήματα, και όλα αυτά μαζί με την πρόθεση να εκπέμψει ένα ερμηνευτικό στίγμα, να παγιώσει μέσα στη δωρικότητα της δομής της ένα αισθητικό πλαίσιο. Και παρά το γεγονός ότι, σε επίπεδο προβληματικής, φαίνεται να κατισχύει το στοιχείο της αυτεπίγνωσης και της πορείας από το σκοτάδι της άγνοιας προς το φως της γνώσης, αυτή η σκηνική πραγματεία, που έρχεται να απευθυνθεί στο κοινό στον απόηχο μιας ζοφερής κρίσης, στρέφει το βλέμμα της πιο πλατιά, συγκεφαλαιώνοντας ερωτήματα υπαρξιακά, ηθικά και πολιτικά και κατοχυρώνοντας μια θέση ακριβείας και ίσων αποστάσεων ανάμεσα σε μια διανοητική προσέγγιση και μια μελιχρή καλλιτεχνικότητα. Η συνολική σύλληψη αποδεικνύει, εν τοις πράγμασι, ότι λαμβάνει υπόψη της την αξιωματική θέση του Pasolini για την έννοια της τραγικότητας και τη σχέση της με τον αισθητισμό και το χιούμορ:  «η τραγικότητα υπάρχει σε πείσμα όλων, γιατί η πιο βαθιά αιτία του αισθητισμού και του χιούμορ είναι ο τρόμος του θανάτου» (Παζολίνι, 2004, σ. 16). Σε ένα περιβάλλον, όπου επικρέμαται η πτώση του ανθρώπου, οι χαρακτηριστικοί μουσικοί λυρισμοί (Γιώργος Πούλιος) και ο αυστηρός ενδυματολογικός κώδικας με τις ψευδαισθησιογόνες φανταιζί λεπτομέρειες (Ιώαννα Τσάμη) δίνουν την εντύπωση ενός λεπτού φίλτρου επάνω από το τραγικό υπογάστριο του μύθου.

     Σε επίπεδο ερμηνείας, οι τρεις ηθοποιοί (Μιχάλης Σαράντης, Μαρία Κεχαγιόγλου, Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης) που επωμίζονται, με όλα τα εκάστοτε τυπικά γνωρίσματα, το βάρος των διαφόρων ρόλων, δημιουργούν μια ισορροπία δυνάμεων, όπου οι αλληλοπεριχωρήσεις αφηγηματικού λόγου και διαλόγων, σκεπτόμενης ακινησίας και έντονης σωματικότητας, κλιμακώσεων και αποσυμπιέσεων λειτουργούν με οργανικότητα και ευρυθμία. Ο Μιχάλης Σαράντης, ως Οιδίπους, καθίσταται ένα ζωντανό αντηχείο των αβυσσαλέων δονήσεων που γεννά η σύγκρουση της εσωτερικής ελευθερίας με την εξωτερική αναγκαιότητα, η Μαρία Κεχαγιόλου, ως Ιοκάστη, υπεραμύνεται μιας συνεπούς περίνοιας, βραδύφλεκτης σαν εύθραυστος μουσικός ισοκράτης που καταρρέει υπό το βάρος της έκρηξης του τραγικού, ενώ η συμβολή του Κωνσταντίνου Αβαρικιώτη στους υπόλοιπους ρόλους επιτυγχάνει καίριες και λεπτουργικής αρτιότητας εκφορές λόγου και εκφραστικές, μια υποκριτική δαψίλεια που αποδεικνύει την αναγκαιότητα για πολυδιάσπαση του υποκριτικού πυρήνα του σύγχρονου ηθοποιού προς την κατεύθυνση περαιτέρω σημάνσεων.

   

 

    

 

Τελευταία τροποποίηση στιςΤρίτη, 17 Μάιος 2022 09:01
(0 ψήφοι)

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

« Κριτική | Λυσιστράτη Κριτική | Χοντορκόφσκι »

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.