Μήδεια στο «Μπάγκειον»: ένα επιτυχημένο site-specific εγχείρημα


       Με το Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου σε πλήρη εξέλιξη, μια εξωφεστιβαλική site-specific εκδοχή της «Μήδειας», γέμιζε ασφυκτικά τις κερκίδες στη μεγάλη σάλα του πάλαι ποτέ νεοκλασικού κοσμήματος της πόλης και νυν ερειπιώνα, του ξενοδοχείου «Μπάγκειον» της Ομονοίας, προσφέροντας μια λιτή, αλλά παραγωγική, εμπειρία «θεάτρου της καταβύθισης» (théâtre immersif). Καταβύθιση στο χώρο, στην ατμόσφαιρα, αλλά και σε ερωτήματα πολιτικά, και ηθικά, που αναφύονται κάθε φορά που οι συνθήκες αναπαράστασης χειραφετούν το θέατρο από τα συμβατικά στεγανά του, τοποθετώντας το εντός του πραγματικού κόσμου.

       Στο κατεξοχήν αστικό περιβάλλον-«θέατρο» των κοινωνικών και φυλετικών διαφορισμών, η «Μήδεια» του ηθοποιού-σκηνοθέτη Δημήτρη Γεωργαλά συνέζευξε εντέχνως τη σαγήνη του θρύλου με την επικαιροποίηση, «διασπείροντας» την προβληματική του έργου στις συντεταγμένες ενός σύγχρονου κοινωνικού τοπίου (η βαρβαρικής καταγωγής ηρωίδα, ως μυθικό έμβλημα ετερότητας, διεκδικεί ένα βήμα ανάμεσα στους απόκληρους -βαρβάρους για τον δυτικό κόσμο- της σύγχρονης Ιστορίας των πολέμων, της μετανάστευσης και της εξαθλίωσης) και προσδίδοντας στο εν γένει σκηνικό κλίμα διαστάσεις συμβόλου: ένας κόσμος παρακμάζει την ίδια στιγμή που ένας καινούργιος αναδύεται, όπως και ο κόσμος της Μήδειας, της εξωτικής, μυστικιστικής Ανατολής και των ανόθευτων ενστίκτων, υποχωρεί ενώπιον του πολιτισμού του ορθολογικού υπολογισμού. Στην εκβολή αυτής της σκηνοθετικής προσέγγισης επικρέμαται ένα καίριο σχόλιο: η εκ νέου ένωση της Μήδειας με τον Ιάσωνα, παρότι ιδιότυπη, υπενθυμίζει ότι στις μεγάλες ιστορικές αλλαγές οι ρόλοι παραμένουν πάντα οι ίδιοι, ενώ εκείνοι που αλλάζουν είναι οι συσχετισμοί δύναμης.

       Επωμιζόμενη το ρόλο της Μήδειας, η Τζούλη Σούμα διέτρεξε όλες τις ναρκοθετημένες περιοχές του με απόλυτη σκηνική επίγνωση, οργανικότητα, τελετουργικό σεβασμό και μια πειθαρχία γόνιμη και ουδόλως αυτοπεριοριστική: υφέρπον δαιμονικό πνεύμα με το «σαρκίο» ενός ελεγχόμενου φλέγματος, βραδυφλεγείς ψυχικές εξακτινώσεις, δαψιλή παλέτα ρεζίστρων φωνής, ρυθμών εκφοράς λόγου και σωματικής κίνησης, παραστατικές εκφραστικές απεικονίσεις του εσωτερικού ζόφου, όλα αυτά συγκρότησαν μια ερμηνεία στέρεη και κατασταλαγμένη, μια ερμηνεία σπάνιας αρτιότητας και δυναμικής.

       Εξίσου ενδιαφέρουσες αναδείχθηκαν οι ερμηνείες τόσο του Γιώργου Σταυριανού (Ιάσονας), που, αντιπαρερχόμενος το σκόπελο να καταφύγει σε μια γραμμική χαρακτηρολογική απόδοση, επέτυχε την ολοκλήρωση μιας προσωπικότητας-κοσμοειδώλου, όσο και των υπολοίπων του θιάσου (Κυριακής Καραλουκά, Νίκου Δερτιλή και Σταύρου Γιαννακόπουλου), που με την υποδειγματική και ευρηματική mise en place, που υπαγόρευσε η σκηνοθετική γραμμή, πλαισίωσαν με πυκνότητα παρουσίας τα επεισόδια. Η μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά επικοινώνησε με χυμώδη ποιητικότητα και αυστηρή ακρίβεια τις επίμαχες ψυχολογικές και νοηματικές αιχμές του ευριπιδικού αριστουργήματος, ενώ η μουσική του Πλάτωνα Ανδριτσάκη λειτούργησε ως αντηχείο του μεταφυσικού υπογάστριου του έργου.

Κυριακάτικη Δημοκρατία, 11/8/2019

Τελευταία τροποποίηση στιςΚυριακή, 27 Οκτώβριος 2019 13:38
(0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.