Κριτική | Βικτώρ ή τα παιδιά στην εξουσία

Κωνσταντίνος Μπούρας Κριτική : Κωνσταντίνος Μπούρας
Σχολιάστε πρώτοι! Κριτικές Τρίτων


Από τον θεατρολόγο και κριτικό θεάτρου Κωνσταντίνο Μπούρα

Θέατρο Τέχνης, ζωντανό κύτταρο πολιτισμού, ενταγμένο αρμονικά στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της κρίσιμης εποχής μας, ανανεωμένο κι ανανεωτικό, ανοικτό σε προτάσεις και ρηξικέλευθες απόπειρες, ανοικτό σε νέους δημιουργούς… χάρη στην διευθύντριά του Μαριάννα Κάλμπαρη.

Μου αρέσει ο Σταμάτης Κραουνάκης. Είναι αυθεντικός, πληθωρικός και το δομημένο σουρεαλιστικό τού μουσικοκινητικό παραλήρημα είναι υπόδειγμα μιας άλλης Αρμονίας, εσώτερης, ενός σπασμένου Ρυθμού, που αναζητούμε τα κομμάτια του για να ανασυνθέσουμε το ψηφιδωτό τού Κόσμου.

Τον είδα ΣΤΗΝ παράστασή ΤΟΥ στο Ίδρυμα Κακογιάννη, όπου περιστοιχισμένος από αρσενικά poulins χάρισε στο κοινό ένα αιρετικό μουσικοχορευτικό θέαμα κάπου μεταξύ βαριετέ, καμπαρέ κι ενδεχομένως πολιτικού θεάτρου.
Πήγα λοιπόν να τον δω και στο Θέατρο Τέχνης της Οδού Φρυνίχου με την προκατάληψη ότι θα αποδομήσει και θα κατακρεουργήσει το διάσημο έργο του Ροζέ Βιτράκ, που ως σουρεαλιστής θα χαιρόταν μια τέτοια νεοελληνική επέμβαση λίφτινγκ προς το …ελαφρολαϊκό του.

Αντ’ αυτού λοιπόν είδα και μάλλον δεν …άκουσα μια μάλλον ακαδημαϊκή ανάγνωση αυτού του αριστουργήματος με μπαγιάτικο χιούμορ και βαριά πάνω του την πατίνα του χρόνου, χωρίς όμως να παρωδείται το ρετρό και να αποχρωματίζονται σε σέπια οι σύγχρονες «εύκολες» ψηφιακές φωτογραφίες.

Στο επίπεδο του ήχου, ελλείψει μικροφώνων και ψειρών άκουσα μόνον ευκρινώς τον καλό ηθοποιό και άριστο εργάτη της σύγχρονης θεατρικής φόρμας Γεράσιμο Γεννατά. Όλοι οι άλλοι, είτε ούρλιαζαν είτε ψιθύριζαν δεν καταλαβαίναμε πάντα τι λέγανε. Ρώτησα και τους διπλανούς μου, γιατί έχοντας υπερευαίσθητη ακοή και γνωρίζοντας την εκ προοιμίου κακή ακουστική αυτού του θεάτρου θεώρησα ότι ήταν μάλλον δικό μου πρόβλημα. Όταν τελικά διαπίστωσα ότι δεν ήμουν θύμα μικρού αγγειακού στο εγκεφαλικό κέντρο της ακοής, χαλάρωσα και απόλαυση την οπτική πανδαισία.

 Ο ίδιος ο Σταμάτης Κραουνάκης ως «υποκριτής», θεράπων της ιεράς τέχνης του Διονύσου ήταν μάλλον αμήχανος, τόσο αμήχανος όσο και ο Σαββόπουλος όταν επεχείρησε να μελοποιήσει τους αριστοφανικούς «Αχαρνής» κατά παραγγελίαν του ιδίου του Καρόλου Κουν αυτοπροσώπως. Μόνον που τότε, το «ιερόν τέρας» της τέχνης του θεάτρου δεν προχώρησε και στην υλοποίηση αυτής της αρχικής προθέσεως συνεργασίας με τον διάσημο τραγουδοποιό και τροβαδούρο. Έτσι απολαύσαμε τον Διονύση Σαββόπουλο στους δικούς του «Αχαρνής» και τον Κουν στους …άλλους. Γιατί το θυμάμαι αυτό τώρα; Πρώτον το προνόμιον της μέσης ηλικίας: η πολυτέλεια της μνήμης. Δεύτερον γιατί κριτική χωρίς ένταξη της δράσεως στο χωροχρονικό συνεχές δεν γίνεται. Και τρίτον (και σοβαρότερο): διαπίστωσα για άλλη μια φορά ότι ακόμα κι ο Χατζιδάκις ως τραγουδοποιός, παρ’ όλο που είχε γράψει μουσική για θέατρο, και μάλιστα για διάσημες παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης, δεν θα τολμούσε να δεχτεί και να εκτεθεί σε αυτό το τόλμημα.

Η συγγραφή, η ενορχήστρωση, η ερμηνεία κι η υλοποίηση ενός σύγχρονου μιούζικαλ (ειδικά αν βασίζεται σε διασκευή πασίγνωστου έργου) απαιτεί ιδιαίτερη τεχνογνωσία και μια ιδιαίτερη σκηνική «βιομηχανία». Ένας έλληνας τραγουδοποιός, ακόμα και με Όσκαρ μουσικής, ακόμα και με εμπειρία σε «Οδό Ονείρων» και άλλα συναφή μουσικοθεατρικά διαμάντια, δεν θα πετύχαινε ενδεχομένως στη διασκευή ενός τόσο σημαντικού και μνημειώδους έργου σαν αυτό. Δεν το γράφω για να «χρυσώσω το χάπι» της αρνητικής κατά το μάλλον ή ήττον κριτικής μου, αλλά από μια εσωτερική αίσθηση Δικαίου.

Προτείνω στον καλό, στον εξαίρετο Σταμάτη Κραουνάκη, να συνεργαστεί με σύγχρονους κειμενογράφους, στιχουργούς, λογοτέχνες, θεατρικούς συγγραφείς και να συνθέσει το δικό του μιούζικαλ με τη δική του θεματολογία και το ιδιαίτερο στίγμα του. Και τότε – ίσως – αν αφιερωθεί πολύς χρόνος σε αυτό το εγχείρημα να έχουμε κάτι παραπάνω από ένα ακόμα αξιοθέατο.

Εν ολίγοις, η παράσταση ήταν ηχητικώς μουντζούρα, οπτικώς καρναβάλι, λεκτικώς απαράδεκτη και στιχουργικώς πρόχειρη.

Τόσο κακά.

Παρ’ όλ’ αυτά, απόλαυσα το σύνολο της δουλειάς, το περιβάλλον, τη σκηνοθετική επάρκεια, την αμέριστη συμπαράσταση όλων των συντελεστών στην Ιδέα του θεάματος, το ρυθμό, τη συνοχή, την καλαισθησία, την ευαισθησία, το τολμηρό ανανεωτικό πνεύμα τής καλλιτεχνικής διευθύντριας.

konstantinosbouras.gr

Τελευταία τροποποίηση στιςΤετάρτη, 22 Μάρτιος 2017 15:36
(1 Ψήφος)

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

Κριτική | Αφέντης και Δούλος »

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.