Κριτική | Ορέστεια


Ο μύθος της «Ορέστειας» έλκει την καταγωγή του από την πρώϊμη λογοτεχνική παράδοση (Όμηρος, Στησίχορος) κομμάτι της μακράς αλυσίδας κληροδοτούμενων θρύλων που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της κοσμοθεωρίας του ελληνικού κόσμου. Η διαχρονική δυναμική των παθών του Οίκου των Ατρειδών εξαντλημένη μέσα στην αρχαία ελληνική λογοτεχνική παραγωγή, κατέστησε αυτόν τον μύθο «ευαγγέλιο», τους δε ήρωές του γνήσιους εκπροσώπους της οντολογικής ταυτότητας του ανθρώπου και της μεταφυσικής αναγωγής των πράξεών του. Υπό αυτή την έννοια, η όποια σκηνική απόδοση θα έπρεπε να εκκινεί από τους εννοιολογικούς κώδικες του μύθου και όχι από τον μύθο ως ιστορικό πλαίσιο.

Η «Ορέστεια» του Γιάννη Χουβαρδά τόλμησε, ωστόσο, την επικαιροποίηση. Διαγράφοντας μια απόσταση από τον Εμφύλιο μέχρι τη σημερινή υδροκέφαλη κι ευφάνταστα διεφθαρμένη εποχή της κρίσης, μετετράπη σε αιχμηρό πολιτικό σχόλιο, σε μια ιλαροτραγική συμβολική ακτινογράφηση των σωρευμένων εγκλημάτων της χρόνιας ελληνικής παθογένειας με την προσωπική υποσημείωση μιας επισφαλούς σωτήριας έκβασης.

Παρά τον ιδιότυπο, ιστορικά και αισθητικά, αυτόν εγκιβωτισμό του μύθου, τις τολμηρές συντμήσεις και την εξαΰλωση των χορικών-συστατικών της, αυτή η «Ορέστεια» πέτυχε να επικοινωνήσει με το κοινό αισθητήριο πάνω στην κόκκινη γραμμή ενός αναγκαίου υπαρξιακού επαναπροσδιορισμού, με σημείο αιχμής τις διαχρονικά αναγνωρίσιμες χαίνουσες πληγές της ελληνικής ιστορίας. Ο σημερινός τραγικός άνθρωπος, ασθμαίνων υπερασπιστής των δικαίων του και μαζί υπονομευτής της μοίρας του, η αδρή υπενθύμιση της επερχόμενης ευθύνης στην αυθαιρεσία της ατομικής βούλησης, η μετάβαση από τον παλιό κόσμο των ένθερμων ιδεολογικών αψιμαχιών στο χρησιμοθηρικό συμβιβασμό των Ευμενίδων, με επισφαλείς ισορροπίες απονομής δικαιοσύνης και αποκατάστασης της ηθικής τάξης, όλα αυτά αποτέλεσαν τους σπόνδυλους μιας μετανάγνωσης διάσπαρτης από αναγνωρίσιμες ανατομικές λεπτομέρειες της εθνικής κακοδαιμονίας.

Σε ένα σκηνικό χώρο αστικής αίγλης με φόντο την πύλη της κολάσεως και των διαδοχικών ανοσιουργημάτων (σκηνικά Εύα Μανιδάκη) υπό τη σκέπη ανατριχιαστικά καταθλιπτικών φωτισμών (Λευτέρης Παπαδόπουλος), οι ήρωες μεταφράστηκαν σε πρόσωπα μιας οικείας τυπολογίας: τον αφασικό, μεθυσμένο από τη ματαιοδοξία και τα κατώτερα ένστικτα Αγαμέμνονα (Νίκος Κουρής), την υποκριτική υστερική μέγαιρα Κλυταιμνίστρα (Καρυοφιλλιά Καραμπέτη), τον νευρωτικό Ορέστη (Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης), την ευνουχισμένη από την αθωότητα, μέσα στον κύκλο του αίματος και της βίας, Ηλέκτρα (Στεφανία Γουλιώτη), τον αδίστακτο αρριβίστα Αίγισθο (Δημήτρης Παπανικολάου), την παραδομένη στο υπαρξιακό τέλμα Κασσάνδρα (Άλκηστις Πουλοπούλου), τον αναξιόπιστο θεό-μεσίτη Απόλλωνα (Νίκος Ψαρράς), τον αυτιστικά παλιμπαιδίζοντα φύλακα (Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης).

Τέλος, η απόδοση του Δημήτρη Δημητριάδη ανέδειξε τη διάνοια του λόγου περισσότερο από τους ποιητικούς χυμούς του κειμένου και σε αγαστή σύμπλευση με τις προθέσεις και την ατμόσφαιρα της σκηνοθετικής οδηγίας, οι ενδυματολογικές δημιουργίες (Ιωάννα Τσάμη) αποτόλμησαν αιχμηρές συμβολικές αποδόσεις (βλ. Χορός Ερινύων) ενώ οι μουσικές επιλογές (Σταύρος Γασπαράτος) εξυπηρέτησαν αρκούντως το ιστορικό milieu που επελέγη, ως χρόνος αναφοράς και δράσης.

Τελευταία τροποποίηση στιςΤετάρτη, 08 Φεβρουάριος 2017 15:12
(0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.