Η Τσερλίνε και το Σπίτι των Κυνηγών


Ο Hermann Broch, όπως και ο Stefan Zweig και ο Robert Μusil, ανήκει στους πλέον γνωστούς εξόριστους αυστριακούς συγγραφείς που προφήτεψαν την κάθοδο της ανθρωπότητας στην κόλαση του ολοκληρωτισμού. Ειδικότερα στους "Αθώους" η αφήγηση του Broch είναι υποβλητικά σκοτεινή, ο λόγος πυκνός και γεμάτος ένταση. Η περιγραφή του λεπτομερής και γλαφυρή, φτάνει στα εσώτατα επίπεδα της ψυχής αποσύροντας με τρόπο γοητευτικά τολμηρό το κάλυμμα από τις χαίνουσες πληγές της Αυστρίας, ήδη χρόνια πριν το Αnschluss. Στις περιγραφές του τα ζοφερά, υποφωτισμένα τοπία φαντάζουν ως φυσική συνέχεια της εσωτερικής κένωσης, των σχεδόν "αυτιστικών" κοινωνικών σχέσεων, της αφηρημένης "ηθικής τάξης", της αποπροσωποποίησης μιας κοινωνίας παραδομένης στην τυφλή συμβατικότητα, την ψυχική νέκρωση, την υποκρισία, την παθητικότητα και τη βία. Μέσα από αυτή τη γεμάτη τρομακτικό ρίγος ατμόσφαιρα, αναδύονται οι φιλοσοφικοί του στοχασμοί για την αποσάρθρωση του παραδοσιακού συστήματος αξιών, το αίσθημα της ματαιότητας και η πικρή επίγευση που αφήνει η ανατομική του διεργασία σε έναν κόσμο παραδομένο στην υπαρξιακή του μοναξιά και καταδικασμένο σε μια επικίνδυνη κρίση ταυτότητας.

Η "Ιστορία της υπηρέτριας Τσερλίνε" από την Ενότητα των "Αθώων" Ιστορίες (Φωνές 1923) διαθέτει από μόνη της μια δραματουργική δυναμική καθώς τοποθετεί στο επίκεντρο ένα κομβικό πρόσωπο με  αλληλοσυγκρουόμενες ιδιότητες που προκαλούν αλλεπάλληλες δραματικές κλιμακώσεις. Ένα πρόσωπο με χαρακτηριστικά ταξικού μίσους που καταλύει κάθε ίχνος συναισθήματος, ένα ανθρωπόμορφο τέρας και, ίσως, ένα τραγικά απόκληρο πλάσμα, που κατορθώνει, ως Καίσαρας στη θέση του Καίσαρα, να κινεί τα νήματα της ζωής ενός αστικού οίκου οδηγώντας τα μέλη του αργά και βασανιστικά στην καταστροφή. Με ανατριχιαστικά αφοπλιστική ειλικρίνεια η Υπηρέτρια Τσερλίνε ξεδιπλώνει την αυτοβιογραφική της αφήγηση, που δεν είναι παρά το αριστοτεχνικό πλέξιμο του ιστού της που παγιδεύει τον οποιονδήποτε συγκροτεί το μικρόκοσμό της. Μια αφήγηση α΄ενικού και πλοκή σύνθετη καθώς γίνεται "τόπος" συνεύρεσης πολλών προσώπων με κοινή μοίρα και κατάληξη.

Στην παράσταση του Θεάτρου οδού Κεφαλληνίας (επεξεργασία-σκηνοθεσία κ. Γιάννης Καλαβριανός), η διήγηση έχει δομηθεί δραματουργικά με τέτοιο τρόπο που να διατρέχει περισσότερες '"περιοχές" των "Αθώων", ως πληροφορίες, πλέγμα σχέσεων μεταξύ των προσώπων και καταστάσεων, μέσω επί μέρους αφηγηματικών και σκηνικών "εγκιβωτισμών" ("enchâssements") ενώ σκηνοθετικά όσο και σκηνογραφικά (σκηνικά-κοστούμια κα Ελένη Μανωλοπούλου) αναδίδει έντονα μια Antoine-ική ατμόσφαιρα Théâtre Libre, μια απόπειρα αποτύπωσης γνήσιας "tranche de vie" (φέτα ζωής)-αναφορά στο κοινωνικοϊστορικό milieu. Η μετάφραση (κα Ελένη Βαροπούλου) μεταφέρει συμπυκνωμένο το φορτίο του εγκλεισμού στο εσωτερικό της ισχνής ατομικότητας, την αποδυναμωμένη βούληση, την απεγνωσμένη αναζήτηση ταυτότητας, τον απο-συναισθηματοποιημένο, κοφτερό λόγο αλλά και τη μοναξιά και το εύθραυστο των ψυχισμών.

Η κα Μπέττυ Αρβανίτη ενσαρκώνει την μπροχική ηρωΐδα Τσερλίνε με όλες τις αιχμηρές πλευρές της, τη φλεγματική της απάθεια, την πνιχτή υποκρισία, τη δαιμονική πειθώ, τον κυνικό υπολογισμό και τη στυγνότητα. Ωστόσο πίσω από αυτό το αποκρουστικό μόρφωμα αφήνεται να διαφανεί το υπαρξιακό άλγος, ο εγκλωβισμός σε ένα κόσμο χωρίς ορίζοντα, η ακροβασία σε έναν βίο αβίωτο, η ηθική ταπείνωση όμοια με το τελικό απόκτημα της υποχθόνιας διαδρομής, το ταπεινό υποστατικό.

Η κα Μαρία Κατσιαδάκη, ως βαρόνη, μεταμορφώνεται επιδέξια σε ένα πρόσωπο άβουλο, φοβισμένο, ανυπεράσπιστο, κρυμμένο στις επαναλαμβανόμενες συμβάσεις της ζωής και τον κοινωνικό ρόλο, περιχαρακωμένο στην οικειοθελή χειραγώγησή της, σε μια γυναίκα έρμαιο του εαυτού της και των γύρω της.

Ο Αντρέας του κου Κώστα Βασαρδάνη, καθίσταται με επιτυχία μια φυσιογνωμία ωχρή, χωρίς ευδιάκριτα προσδιορισμένο σημείο αναφοράς, χωρίς σαφή προορισμό, αγκυλωμένο στα τείχη του εαυτού του, ένας Δον Ζουάν που δύναται μόνο να διεκδικεί χωρίς να δίνεται, ένας χωρίς πυξίδα οδοιπόρος της ζωής, ένας άγνωστος χι πλήρης ψευδαισθήσεων, άτολμος και ανεύθυνος, θύμα στις χίμαιρες μιας επίπλαστης ευτυχίας-καταδίκης που μοιραία θα τον εξωθήσει στην έσχατη πράξη της αυτοχειρίας.

Η Χίλντεγκαρντ, της κας Σύρμω Κεκέ είναι η ακτινογράφηση του ηθικού τέλματος, της αναισθητοποιημένης ψυχής που συμπληρώνεται φαντασιακά με ματεριαλιστικές διεκδικήσεις, μια ύπαρξη βουβή και απογυμνωμένη από κάθε ένστικτο και εσώτερη ανάγκη, ένα πρόπλασμα ψυχισμού-τροφή στον παροξυσμό του ολοκληρωτισμού που θα επακολουθήσει, καθώς ο μόνος κώδικας επαφής που μπορεί να κατανοήσει είναι η βία.

Αντιθέτως, η Μελίττα της κας Εύας Σιμάτου εκπροσωπεί την αθωότητα που συνθλίβεται καθώς έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με την ωμότητα ενός κόσμου που απομυζά τους αδυνάτους για να ικανοποιήσει τη λαγνεία της ισχύος και των κατώτερων ορμέφυτων.

Εξόχως σημαίνουσα η σκηνογραφική σύλληψη με τους ιστούς αράχνης να πλανώνται, ως αναφορά στη θυματοποίηση των προσώπων στην εξυφαινόμενη δολοπλοκία, τα ατάκτως ερριμένα στο βάθος της σκηνής αντικείμενα, ως καταγραφή της υπαρξιακής σύγχυσης και αποδόμησης, καθώς και η μουσική επιμέλεια (κ. Άγγελος Τριανταφύλλου) με τη γερμανική εκδοχή του "Send in the clowns" του Stephen Sondheim από το μιούζικαλ "A Little Night Music".

 

Διεύθυνση θεάτρου: οδός Κεφαλληνίας 16, Κυψέλη

Τηλ.: 210-8838727

Τελευταία τροποποίηση στιςΠέμπτη, 17 Μάρτιος 2016 15:57
(8 ψήφοι)

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

« Κριτική | Mου λες αλήθεια; Ο βίος του Γαλιλαίου »

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.