Ριχάρδος Γ'


Έργο πρώιμο του Σαίξπηρ, τμήμα της Α' Τετραλογίας για την ιστορία της Αγγλίας από το 1422 μέχρι το 1485, ο "Ριχάρδος Γ" θέτει με τρόπο οξύ το ζήτημα της εξουσίας, τα ψυχοκίνητρα που οδηγούν στη διεκδίκησή της, την άρρηκτη σχέση που έχουν αυτά με τη σωματικά ατελή φύση, αλλά και την πολύπλοκη και ανεξερεύνητη έννοια του Κακού. Ο ήρωάς του, ο τελευταίος βασιλιάς της δυναστείας  των Γιόρκ, παρουσιάζεται τόσο τερατώδης όσο και ευφάνταστος, μια χημεία που διχάζει το θεατή, ένα πρόσωπο-αμάγαλμα, στο οποίο άλλοτε η πολιτική ιδιοφυΐα υπερνικά τη φυσική ασχήμια και άλλοτε ο κυνισμός και τα αιμοσταγή ένστικτα σκιάζουν τη μεγαλοφυΐα του, τη ρητορική του δεινότητα, τη δύναμη της πειθούς του.

Ο Σαίξπηρ στο Ριχάρδο Γ' επιχειρεί να ξεσκεπάσει τη φαύλη εξουσία αλλά και τις ευθύνες των τάξεων της αριστοκρατίας που οδήγησαν στην εμφύλια σύρραξη των Δύο Ρόδων, μεταξύ των Οίκων Lancaster και York. Ωστόσο, ο Ριχάρδος Γ' ως ιστορικό πρόσωπο παραμένει αμφιλεγόμενος. Ήταν, όντως, τόσο ελαττωματικός, ως σωματική διάπλαση (κάτι που οι σύγχρονες έρευνες αμφισβητούν), και ποια ήταν τα ελατήρια που τον εξώθησαν στη στυγερή δολοφονία των ανήλικων ανιψιών του στο στοιχειωμένο από διαδοχικά εγκλήματα Πύργο του Λονδίνου; Μήπως μια επαπειλούμενη συνωμοσία εναντίον του από τα παιδιά του Εδουάρδου Δ' ήταν και ο λόγος έπρεπε να στραφεί στη διεκδίκηση του θρόνου; Και η βασιλεία του μέχρι το θάνατό του στη Μάχη του Bosworth, ήταν μια νίκη της δύναμης του Καλού έναντι της υστερόβουλης πλευράς του φιλόδοξου Ριχάρδου ή τεκμήριο ηρωϊσμού, τέτοιο που θα άρμοζε σε κάθε μεγάλο ηγέτη;

Η αξιακή θεώρηση του ανθρώπου, της φύσης του και των δυνάμεων που διέπουν τη συμπεριφορά του, από τον Σαίξπηρ δεν αφήνουν περιθώρια ούτε δαιμονοποίησης του ήρωα ούτε φυσικά εξιδανίκευσής του. Η σύνυπαρξη του Κακού με αυτό που θεωρείται Καλό και η αλληλοσυμπλήρωσή τους είναι συστατικό της ανθρώπινης κοσμογονίας, έτσι που ο κακοφορμισμένος, αποκρουστικός Ριχάρδος Γ' να λάμπει μέσα την οξυδέρκεια και την πολιτική του τέχνη, ξεπερνώντας σε ικανότητες το "κανονικό" και "υγιές" περιβάλλον των αντιπάλων του, αλλά και να γεννά αισθήματα αποστροφής από τη δαιμονικά δοξομανή προσωπικότητά του.

Παραδόξως, για πολλούς ιστορικούς, τόσο ο Εμφύλιος Πόλεμος των Δύο Ρόδων όσο και η θητεία του Ριχάρδου, παρότι ο ίδιος δεν υπήρξε δημοφιλής, συνιστούν μια δρώσα περίοδο σε επίπεδο άσκησης πολιτικής, ένα δείγμα παραίτησης από τις σκοτεινές πρακτικές του Μεσαίωνα, σε σημείο που ο Ριχάρδος Γ', που στέφεται στο 1483,  να εκπροσωπεί πλέον ένα νέο μοντέλο ηγέτη κατά το πρότυπο του Μακιαβέλλι. Ο Σαίξπηρ θέτοντας σε πλήρη ανάπτυξη αντιμεταθέσεις και αντισταθμίσεις υπαινίσσεται και στηλιτεύει την πνευματική αναπηρία του Eρρίκου ΣΤ' και, άρα, την αδυναμία άσκησης πολιτικής, την ανυπαρξία πεφωτισμένων ηγετών ικανών να διαχειριστούν την τύχη της Γηραιάς Αλβιόνας. Σε αυτή την ιστορική αναγκαιότητα η αμφίσημη φυσιογνωμία του Ριχάρδου του Γ' αποκτά μια δραματική δυναμική μεγάλου βεληνεκούς καθώς εκπροσωπεί το νέο πολιτικό ήθος, με όλα εκείνα τα σκοτεινά χαρακτηριστικά του, που, όμως, παραπέμπουν στη βούληση για πολιτική δράση. Αυτός ο αλληλοσυγκρουόμενος χαρακτήρας του ήρωά του δεν είναι παρά ένα πρώιμο αποτύπωμα της κοσμοθεωρίας του Σαίξπηρ που θα κλιμακωθεί περαιτέρω, για την απεικόνιση της γνήσιας έκφρασης της ζωής, την ακτινογράφηση των ορμέφυτων της ανθρώπινης συμπεριφοράς που κινούν τα νήματα ενός ολόκληρου κόσμου πέρα από συμβάσεις, ήθη, κρίσεις συνείδησης, θρησκευτικές απαγορεύσεις και κανόνες. Ενός κόσμου τόσο αντιφατικού όσο και συμμετρικά εγκολπωμένου στις αντίρροπες δυνάμεις, μια θεώρηση πραγματιστική, αντικειμενική και βαθειά ανατομική.

Η παράσταση του Εθνικού Θεάτρου (Κεντρική Σκηνή) "Ριχάρδος Γ" σε μετάφραση κου Νίκου Χατζόπουλου, σκηνοθεσία κου Γιάννη Χουβαρδά και δραματουργική επεξεργασία του σκηνοθέτη και της θεατρολόγου κας Έρις Κύργια, συνιστά μια εντυπωσιακή, πλην όμως, αρκούντως σηματοδοτημένη απόπειρα αναψηλάφισης της σκοτεινής ανθρώπινης όψης σε μια διαχρονική αντιπαραβολή. Αυτή η μυχίως φερόμενη από την ανθρώπινη ύπαρξη σκοτεινή όψη είτε ως άγριο ένστικτο επικράτησης και επικυριαρχίας για τις ανάγκες της ιστορικής συγκυρίας είτε ως τεχνικά επεξεργασμένη γκόθικ αισθητική, ροκ και ψυχεδέλεια πάντοτε ανασύρεται δηλώνοντας παρούσα στο συλλογικό υποσυνείδητο και την ιστορική μνήμη. Στην προκειμένη περίπτωση, η σαιξπηρική οικουμενική θεώρηση των ανθρώπινων πραγμάτων και του κόσμου τίθεται στο κάδρο μιας perspectiva προς το μέλλον με μια διαφορά κλίμακας που αποδομεί και αντικειμενικοποιεί εκ νέου το ρόλο του ανθρώπου ως παραγωγού και μετόχου της ιστορίας του. Έτσι, η προσωπικότητα του Ριχάρδου παίρνει τη διάσταση ενός λαϊκού ήρωα και η ιστορία των Εθνών γίνεται ένα γραφικό σασπένς, ένα γλαφυρό παραμύθι-θρύλος, όπως τόσα άλλα, στο χάος του σύμπαντος. 

Μέσα σε μια σκηνική ατμόσφαιρα με αναφορά στο μυθώδες και τη γοητευτικά αινιγματική πλευρά της ιστορίας (σκηνικά κα Εύα Μανιδάκη), με ψυχρούς φωτισμούς και υποφωτισμένες περιοχές που παραπέμπουν στη γριφώδη φύση των ηρώων των πράξεών τους (φωτισμοί κ. Λευτέρης Παπαδόπουλος), με ενδυματολογικό κώδικα ετερόκλητο (από κοστούμια εποχής μέχρι αισθητικές τύπου Φρέντι Μέρκιουρι) με έμφαση στη ροκ ταυτότητα των ηρώων και ενσωμάτωση της σκοτεινής πλευράς της ιστορίας του ανθρώπου στα συμφραζόμενα της αισθητικής του δημιουργίας και εξέλιξης (κοστούμια κα Ιωάννα Τσάμη), καθώς και μουσικές υποσημειώσεις πιο κοντά στο Grand-Guignol (μουσική κ. Δημοσθένης Γρίβας), ο θεατής βιώνει μια συμπυκνωμένη εμπειρία του σαιξπηρικού δράματος με εικαστική ματιά δίχως να χάνει από τους ποιητικούς χυμούς και τις νοηματοδοτήσεις του κειμένου.

Ο κ. Δημήτρης Λιγνάδης (Ριχάρδος Γ΄) επωμίζεται και φέρνει επάξια μέχρι τέλους ένα ρόλο-πρόκληση. Τολμηρός και δαιμόνιος, με ηρωϊκή αύρα, παρά το απωθητικό παρουσιστικό του, σαρδόνιος εραστής με όπλο τη σαγήνη των πλανευτικών επιχειρημάτων, υποκριτής αλλά και ενίοτε μπουφόνος, αδίστακτος εγκληματίας αλλά και μετανοητής, πλέκει με ενέργεια αλλά και μέτρο τις πολλαπλές διαστάσεις του ήρωα, από τη σατανική πλευρά μέχρι τις λεπτές πτυχώσεις που τον κατατάσσουν στη σφαίρα των ανθρώπινων παθών και δραμάτων.

Η κα Θέμις Μπαζάκα (Μαργαρίτα) μεταφέρει τη ψυχρή και μεταφυσική αύρα της υφέρπουσας αράς, ενώ η κα Καρυοφυλλιά Καραμπέτη αποδίδει εύστοχα ως καρικατούρα τον αριβισμό και τη μωροφιλοδοξία της βασίλισσας Ελισάβετ. Ομοίως, ο κ. Νίκος Ψαρράς, στο ρόλο του Μπάκιγκχαμ, αποδίδει εξαιρετικά τη γλοιώδη και συνάμα φαιδρή συμπεριφορά των εγκάθετων, πλην όμως άπιστων, αυλοκολάκων ενώ η κα Σοφία Σεϊρλή ως Δούκισα του Γιορκ, καταφέρνει με την οίηση της βασιλομήτορος να επιτείνει τη δραματική διάσταση του κεντρικού ήρωα καθώς τον αφήνει έκθετο στην υπαρξιακή μοναξιά του και στη διεκδικητική του μανία. Η κα Άλκηστις Πουλοπούλου (Λαίδη Άννα) σχηματοποιεί με ευστοχία την αντινομία ανάμεσα στο γοτθικής βαρύτητας πένθος με την ευεπίφορη γυναικεία φύση. Μεστός και με δραματική ενάργεια ο Εδουάρδος του κου Κώστα Μερικόπουλου, άρτια γραφικός ο Ράτκλιφ του κου Άγγελου Παπαδημητρίου και καρτουνίστικα περιγραφικός ο Δολοφόνος του κου Κωνσταντίνου Αβαρικιώτη. Εντός κλίματος της σκηνοθετικής οδηγίας οι κ.κ Περικλής Μουστάκης (Κλάρενς, Ρίντμοντ), Νικόλας Χανακούλας (Ράντκλιφ), Μάνος Βακούσης (Κέιτσμπυ), Δημήτρης Παπανικολάου (Χέιστινγκς), Ιερώνυμος Καλετσάνος (Ρίβερς), Γιάννης Τσορτέκης (Στάνλεϋ), Γιωργής Τσουρής (Ντόρσετ), Κρις Ραντάνοφ, κα Θεανώ Μεταξά, κα Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη καθώς και τα παιδιά που συμμετέχουν στην παράσταση.

 

Τελευταία τροποποίηση στιςΠέμπτη, 17 Μάρτιος 2016 15:57
(16 ψήφοι)

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

« Ο χορός του θανάτου Κριτική | Οι τρειςευτυχισμένοι »

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.