Δάφνες και Πικροδάφνες


Η κωμωδία περιγράφει την αδυναμία του ανθρώπου να διαχειριστεί το προσωπικό του δράμα, μπροστά στο οποίο αποδεικνύεται μικρός και γελοίος. Ως προσωπικό δράμα νοείται ασφαλώς, και ίσως πρωτίστως, το υπαρξιακό του άλγος, η διαρκής πάλη με την αυτοπραγμάτωσή του και την επικράτησή του στον κόσμο του, που περνάει μέσα από λογικές ή παράλογες διεκδικήσεις, ματαιώσεις και δοκιμασίες. Σε αυτή λοιπόν τη διαδικασία, η κωμωδία αποκαλύπτει την ευάλωτη φύση του ανθρώπου, την αντικειμενική θέση του και το πραγματικό μέγεθός του μέσα στην κοσμογονία των ανατροπών και του συνωμοτούντος σύμπαντος.

Ένα ερώτημα που πλανάται διαχρονικά είναι αν η κωμωδία, δηλαδή το αντεστραμμένο δράμα, έχει τη δυναμική, κατ'αρχάς ως λόγος κι έπειτα ως σκηνική πρακτική, να αποκρυπτογραφήσει τα μηνύματα του συγγραφέα, να μεταφέρει με ευκρίνεια στο κοινό την κρυφή όψη που περικλείει. Κι αυτό γιατί η σημειολογία της, σαν έκφραση και σωματικότητα, προϋποθέτει, ήδη από την εποχή της Αττικής Κωμωδίας του Αριστοφάνη, ένα οξυδερκές κοινό με ανεπτυγμένα αντανακλαστικά και δυνατότητα αποκωδικοποιήσεων. Επιπλέον, η κωμωδία όταν απευθύνεται στα ανώτερα στρώματα του θυμικού λειτουργεί σαν προπέτασμα καπνού, που αποτρέπει περαιτέρω διεισδύσεις και, το πλέον παράδοξο, το κοινό συχνά μοιάζει να ακκίζεται καθώς αναγνωρίζει το είδωλό του μέσα από το κάδρο της κωμικότητας, όντας δηλαδή συντονισμένο με την αιώρηση στο τυχαίο, το απρόβλεπτο, με ό, τι ξεφεύγει από τη λογική πορεία, με ό, τι ανατρέπει και κινητοποιεί το παράδοξο. Κι επειδή ο κώδικας της κωμωδίας αμβλύνει τα χαρακτηριστικά των προσώπων και τη σοβαρότητα των καταστάσεων, ο θεατής αρχίζει να επανακαθορίζει διανοητικά και ψυχολογικά τη σχέση του με τον κόσμο, κάτι σαν ένα είδος Κάθαρσης. 

Η πολιτικοκοινωνική σάτιρα "Δάφνες και Πικροδάφνες" των Δ. Κεχαΐδη-Ελ. Χαβιαρά ανέβηκε το 1979 στο Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν γνωρίζοντας μεγάλη αποδοχή από το κοινό. Κι όμως, η επιτυχία ενός έργου που χτυπά τον παραγοντισμό, τις παλαιοκομματικές αντιλήψεις της υπανάπτυκτης ελληνικής επαρχίας, τα ρουσφέτια, τα παιχνίδια μιας τριτοκλασάτης εξουσίας και τις ιδέες μεγαλείου, τις μεθοδεύσεις και τους πολιτικούς άσσους τύπου λαϊκού καφενείου και παρακμιακής πιάτσας θα έπρεπε να είχε αφυπνίσει, αν όχι, να είχε κρούσει, προ πολλού, τον κώδωνα του κινδύνου για την κατάπτωση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής. 

Ωστόσο, η συνέχεια είναι γνωστή (αν κι εδώ βέβαια δεν κάνουμε πολιτική) και όλα όσα με τόση δραματουργική μαεστρία μας μεταφέρουν στη σκηνή οι δύο συγγραφείς τα είδαμε, τα βλέπουμε και πιθανώς να τα βλέπουμε να αναπαράγονται στο διηνεκές στο "σελιλόϊντ" της ελληνικής πραγματικότητας. Κι εδώ τίθεται το ερώτημα: προς τι η εμβληματική επιτυχία του έργου; Πώς αποτιμήθηκε το μήνυμά του από το κοινό; Το έφερε σε κατάσταση εγρήγορσης και αυτοκριτικής ή μεγιστοποίησε τον αυτοθαυμασμό του από τον κατοπτρισμό του μέσα από το ευφάνταστο και χαριτωμένο σκηνικό είδωλο; Και ποιος θα μπορούσε να είναι ο σκοπός ενός νέου ανεβάσματος; Η κατάδειξη, ίσως, μιας ολοσχερούς αποτυχίας χειραφέτησης περνώντας σε μια νέα φάση πολιτικού πολιτισμού, ή ένα κωμικοτραγικό μνημόσυνο μιας εποχής που επιβάλλεται να παρέλθει ανεπιστρεπτί; 

Το έργο είναι γραμμένο υπό τη μορφή ενός παιγνίου, μιας σκακιστικής παρτίδας, με αλλεπάλληλες κινήσεις ματ, ή πρέφας. Τα δε πρόσωπα έχουν ελάχιστες ή καθόλου διαφορές μεταξύ τους, επιδιδόμενα σε περιττολογίες και στρεφόμενα σχεδόν εμμονικά γύρω από ένα και μόνο θέμα, την επικράτηση του ενός ή του άλλου υποψηφίου για τη βουλευτική έδρα της επαρχίας τους. Μια ατμόσφαιρα που φλερτάρει με το παράλογο και αναδίδει μια αίσθηση ανάλογη με εκείνη του υπαρξιακού εγκλεισμού της μπεκετικής Γουΐνι, μόνο που εδώ έχουμε να κάνουμε με το κυνήγι μιας υποτιθέμενης εξουσίας ως απαραίτητο πειστήριο ύπαρξης. Και πίσω από όλα αυτά ένα αόρατο γυναικείο πρόσωπο που καθίσταται καταλύτης για τις εξελίξεις. Μια αλληγορική Βιβλική Εύα που, αν και "αδύναμο φύλο", ελέγχει το βασικό στοιχείο του άρρενος, την εξουσία. ´Ενας υπαινιγμός ότι η εξουσία μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε άλλον εκτός από εκείνον που τη διεκδικεί ή πιστεύει ότι την κατέχει, και όχι απαραίτητα σε όποιον θεωρεί εαυτόν ισχυρό.

Η παράσταση στο θέατρο Μουσούρη, σε σκηνοθεσία κου Πέτρου Φιλιππίδη, σηματοδοτεί, αν μη τι άλλο, μια ευτυχή συνάντηση σπουδαίων ηθοποιών που μοιράζονται τους τέσσερις ρόλους του έργου. Η σκηνοθετική γραμμή κινήθηκε πολύ σοφά στο να σπάσει το μονοδιάστατο των χαρακτήρων και να τους δώσει διακριτά χαρακτηριστικά, έστω και εξωτερικά, που εξυπηρετούν τις ανάγκες της κωμικής προαίρεσης. Χάρη σε αυτά τα υποκριτικά εργαλεία, ενίοτε πληθωρικά ή αντισταθμιστικά μεταξύ των πρωταγωνιστών, προσδίδεται στην παράσταση μια τεχνητή αίσθηση ρυθμού, παρότι, όπως προανέφερα, η σχέση χώρου-χρόνου-λόγου-χαρακτήρων παραπέμπει ελαφρώς στη φαινομενική ακινησία του παραλόγου.

Ο κ. Πέτρος Φιλιππίδης, ως Βασίλης, στηρίζεται σε μια οξεία και διεισδυτική παρατήρηση του επαρχιώτη, λαϊκού, άξεστου παγαπόντη, αποτυπώνοντας με σχεδόν ακατέργαστη πιστότητα, τη χοντροκοπιά, τη μικρόνοια, την άγνοια της ηθικής και την παραβατική φύση ως νοητή προέκταση μιας υπαρξιακής ακροβασίας στο κενό, ενός ιλαροτραγικού παραπαίοντος κόσμου.

Ο κ. Γιώργος Κιμούλης, ως Τάσος, δεν καταφεύγει τόσο σε μια ακραιφνή νατουραλιστική αποτύπωση του επίσης λαϊκότροπου χαρακτήρα του, όσο στην απόδοση της σημειολογίας της συμπεριφοράς, της εξαχθείσας εντύπωσης από το συγκεκριμένο τύπο, κρατώντας μια, κατά τη γνώμη μου, ιδιοφυή ισορροπία στο χειρισμό του λόγου σε σχέση με την κίνηση, τη στάση του σώματος, τη χειρονομία, την έκφραση, την απεύθυνση. Στο τέλος ο θεατής δεν έχει συνειδητοποιήσει πότε και πως ξεδιπλώθηκε ο ρόλος και πως αυτός κατανεμήθηκε μέσα στο σωματικό, λεκτικό και εκφραστικό κώδικα. Έχει εισπράξει, ωστόσο, όλο το φορτίο των πολλαπλών σηματοδοτήσεών του. 

Σε πιο δωρικές γραμμές κινείται ο κ. Θανάσης Παπαγεωρίου, στο ρόλο του Κώστα, με ένα απέριττο υποκριτικό ύφος που όμως σφύζει από μεστότητα, από σημαίνουσες σιωπές, απλές αλλά κομβικές κινήσεις, μέτρο και γεωμετρική εξέλιξη στη συνολική σκηνική παρουσία.

Όσο για τον Αλέκο του κου Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη, είναι ακόμη ένα γλαφυρό δείγμα της απελπισμένης μιζέριας που αναζητά μια διαφυγή στο πλευρό των φαντασιακών ισχυρών, ένας μάταια εξανιστάμενος τελευταίος τροχός της αμάξης, μια ψηφίδα ενός ασήμαντου και αδιατάρακτου μικρόκοσμου.

Τέλος, η σκηνική δημιουργία του κου Γ. Γαβαλά αποδίδει με νατουραλιστική ακρίβεια αλλά και συμβολική ευκρίνεια την εικόνα μιας εν συγχύσει, και με τις αντίστοιχες αναγωγές, αισθητικής (ένα αμάγαλμα αγροικίας και λανθάνοντος μικροαστισμού) ενώ οι φωτισμοί (κ. Λ. Παυλόπουλος), διαμορφώνουν, κατά περίπτωση και με την ανάλογη εστίαση, την κατάλληλη συνθήκη για να διαρρηχθεί κάπως η ευθύγραμμη διάταξη χαρακτήρων, ψυχισμών και λεγομένων.

Τελευταία τροποποίηση στιςΠέμπτη, 17 Μάρτιος 2016 15:59
(13 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.