Billy Elliot


Λένε πως όταν βλέπεις ένα μιούζικαλ στο θέατρο πρέπει να βουλιάξεις αναπαυτικά στην πολυθρόνα σου και να αφήσεις τις αισθήσεις σου να τις παρασύρει η πανδαισία της μουσικής, του χορού και του θεάματος. Προσωπικά αυτό κάνω. Επειδή, όμως, στις αισθήσεις περιλαμβάνεται η ακοή και η όραση, κι επειδή όλο και κάτι θα ακούσεις κι όλο και κάτι θα δεις, αρχίζεις να συνειδητοποιείς σιγά-σιγά πως στο μιούζικαλ, μέσα από την ευφάνταστη σημειολογία του, που συχνά λειτουργεί σαν προπέτασμα καπνού, περνάνε τεχνηέντως αθώα, λιγότερο ή και καθόλου αθώα μηνύματα, απόψεις, θέσεις.

Ειδικότερα για τα μιούζικαλ, όπου πρωταγωνιστούν ή συμμετέχουν παιδιά, κοινώς, θεάματα δια όλην την οικογένειαν, αξίζει να κάνουμε μια μικρή αναδρομή στα πιο σημαντικά μέχρι τώρα πεπραγμένα του.

Τη δεκαετία του '50, όταν o Richard Rodgers και ο εβραϊκής καταγωγής Oscar Hammerstein γράφουν το θρυλικό "Τhe sound of music", μέσα από την ιστορία της οικογένειας φον Τραπ αναδυόταν, σε δεύτερη ανάγνωση, ο σαφής υπαινιγμός του, νωπού ακόμα στη μνήμη, Ολοκαυτώματος και των θηριωδιών των ναζί. Αργότερα, στη δεκαετία του '70, στο "Oliver", αφήνεται να εννοηθεί, πίσω από τη συγκινητικά θλιμμένη φατσούλα του μικρού ήρωα της ζωής Oliver Twist, ότι σε μια κοινωνία μεγάλων ανισοτήτων, το ηθικό πλεονέκτημα της φιλευσπλαχνίας και φιλανθρωπίας είναι αποκλειστικό προνόμιο της αστικής τάξης. Στη δε περίπτωση του "Annie, το "ηθικό δίδαγμα" είναι ότι υπάρχει ένα σύστημα που αν του κλείσεις πονηρά το μάτι, μπορεί να σε μεταμορφώσει εν ριπή οφθαλμού από χαμίνι σε πριγκίπισσα.

Στην περίπτωση του Billy Elliot, παιδί οικογένειας ανθρακωρύχων στη θατσερική Βρετανία των 80's, που διεκδίκησε το όνειρό του να γίνει χορευτής μέσα στη δίνη της μεγάλης απεργίας, το στοίχημα φαντάζει πως είναι η διαφορετικότητα. Μια διαφορετικότητα προκάτ, τραβηγμένη λίγο από τα μαλλιά, μια κατασκευή που προσκρούει άγαρμπα σε όποια λογική κι ευαισθησία. Και ρωτώ: Γιατί συνιστά διαφορετικότητα η καλλιτεχνική έκφραση; Η ιστορία του παγκόσμιου Πολιτισμού έχει να επιδείξει ότι σε χώρες με υψηλά καλλιτεχνικά αντανακλαστικά και μεγάλη παράδοση στην καλλιτεχνική Παιδεία, και δη στην πλέον ποιοτική μορφή της, μια θέση και μόνο, για παράδειγμα, στο corps de ballet των Μπαλσόι ή των Κίροφ ήταν, και φαντάζομαι θεωρείται ακόμη, τίτλος τιμής και ύψιστη καταξίωση. Τί είδους απλουστευτική λογική, προκειμένου να καταρριφθεί η στερεότυπη προκατάληψη, είναι το γεγονός ότι ο Βilly Elliot, που θέλει να γίνει χορευτής δεν είναι ομοφυλόφιλος, ενώ ο συνομίληκος φίλος του, που δεν θέλει να γίνει, είναι; Και πώς οι παρενδυσιακοί πειρασματισμοί ενός 11χρονου αγοριού, στη σκηνή Express yourself αποτελούν τελεσίδικη ομολογία περί σεξουαλικού προσανατολισμού, διατρέχοντας μάλιστα ως leitmotiv το έργο μέχρι το φινάλε; H αποκρυστάλλωση και, εν συνεχεία, η ομολογία της διαφορετικότητας δεν θα πρέπει να αφορά μια συνειδητή, ώριμη επιλογή στη φάση της ενηλικίωσης; 

Η αίσθησή μου είναι ότι η βασική ιδέα που θα έπρεπε να εξαχθεί είναι το πως η τέχνη μπορεί να οπλίσει με έμπνευση, ψυχική δύναμη και φαντασία αναδεικνύοντας έναν άλλο εναλλακτικό δρόμο μέσα στο ζοφερό κόσμο της σκληρής πραγματικότητας. Πως, ειδικά σε αυτή τη φάση της οικονομικής κρίσης, μπορούν και πρέπει να υπάρξουν δημιουργικά οράματα και υψηλοί στόχοι ζωής. Αντ'αυτού γινόμαστε μάρτυρες ενός ακτιβιστικού παροξυσμού, μιας υδροκέφαλης, αγωνιώδους ανάγκης απενοχοποίησης της σεξουαλικής απελευθέρωσης, ένα άρον-άρον κλείσιμο λογαριασμών με την αδικία της έλλειψης ανεκτικότητας, με όποιους όρους, σε όποιες συνθήκες.  

Παρόλα αυτά, η παραγωγή του Billy Elliot στο Παλλάς σε σκηνοθεσία κου Δ. Λιγνάδη είναι μια φιλότιμη και καλοδουλεμένη μεταφορά του πρωτοτύπου. Αν εξαιρέσουμε μια αίσθηση άγχους που υπάρχει για το ρυθμό της παράστασης, γεγογός που καθιστά κάπως οχληρά εξωστρεφή τη διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού, ειδικά στις σκηνές με τους απεργούς ανθρακωρύχους, και τις εκπτώσεις στις απαιτούμενες δεξιότητες, χορευτικές και φωνητικές, των παιδιών που υποδύονται τον Billy Elliot, κατά τ'άλλα έχουμε να κάνουμε με έναν πολύ ποιοτικό θίασο. Ξεχωρίζω, σε επίπεδο ερμηνείας τον κ. Χειλάκη, στο ρόλο του πατέρα όσο και την κα Μαξίμου, στο ρόλο της δασκάλας χορού, τη χαριτωμένη κλοουνίστικη γιαγιά της κας Στασινοπούλου και την ήρεμη, συμπαθή παρουσία της κας Παλληκαράκη στο ρόλο της μητέρας. Ο κ. Τότσικας στο ρόλο του επαναστάτη αδελφού είναι πειστικός και δυναμικός αλλά σε φωνητικό επίπεδο χρήζει βελτίωσης. 

Οι χορογραφίες του κ. Δ. Παπάζογλου ακολουθούν τις περιορισμένες χορευτικές δυνατότητες των παιδιών που επελέγησαν, και ως εκ τούτου, δεν καθίσταται σαφές ότι ο χορός είναι ο καταλύτης που διαρρηγνύει τη μίζερη, αποπνικτική ατμόσφαιρα της επαρχιακής ζωής του παιδιού. Αντίθετα, οι ενορχηστρώσεις του κου Γ. Χριστοδουλόπουλου αποδίδουν με μεστές αρμονίες τη, σε γενικές γραμμές, ωραία μουσική του Sir Elton John ενώ οι σκηνικές δημιουργίες και τα κοστούμια της κας Ε. Νάθενα αποτυπώνουν χαρακτηριστικά τις επιμέρους ατμόσφαιρες και το αισθητικό κλίμα των 80's.

Συμπερασματικά, επειδή πολλοί με ρωτούν αν αξίζει να δουν τα παιδιά τους τη συγκεκριμένη παράσταση στο Παλλάς, η απάντησή μου είναι, ναι. Όσο πιο controversial είναι ένα θέμα, τόσο πιο ξεκάθαρα συμπεράσματα εξάγουμε.

 

Τελευταία τροποποίηση στιςΠέμπτη, 17 Μάρτιος 2016 15:23
(12 ψήφοι)

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

« Ο βίος του Γαλιλαίου Κριτική | Εμιγκρέδες »

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.