Καγκουρώ


Η ελληνική μεταπολεμική δραματουργία χαρακτηρίζεται, σε γενικές γραμμές, από μια ομφαλοσκοπική θεώρηση του πολιτικοκοινωνικού περιβάλλοντος. Kάνοντας χρήση συγκεκριμένης τυπολογίας και ύφους, με χαρακτηριστικά πλησιέστερα προς την ηθογραφία, η περίοδος αυτή της ελληνικής δραματουργίας, με σαφείς ιδεολογικές αναφορές, είναι περισσότερο ένα θέατρο-πεδίο δράσης και κριτικής για τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας, όπως αυτές αναπτύσσονται και διογκώνονται μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι.

Παρακολουθούμε την πορεία μετάλλαξης των κοινωνικών συσχετισμών προς την κατεύθυνση δημιουργίας ενός νέου αξιακού στάτους και, εν τέλει, ενός νέου τύπου ανθρώπου, ο οποίος καλείται να αναμετρηθεί με τις παραδεδεγμένες αρχές του και να προσαρμοστεί στις σκληρές συνθήκες του "νέου" κόσμου που επελαύνει ορμητικά.

Ωστόσο, ο καταγγελτικός λόγος της ελληνικής θεατρικής γραφής φάνηκε να σιγεί "εκκωφαντικά" όταν από τις αρχές της δεκαετίας του '80 το δέλεαρ της κλιμακούμενης, επίπλαστης οικονομικής ευμάρειας δεν αποτελούσε την κατάλληλη βάση για να τεθούν προβλήματα, να αναλυθούν καταστάσεις, να προοικονομηθούν συνέπειες και, πολύ περισσότερο, να σκιαγραφηθεί ένα καινούργιο δημιουργικό, συλλογικό όραμα.

Σήμερα, λοιπόν, εν έτει 2015, βρισκόμαστε και πάλι στο σημείο μηδέν όπου ο συγγραφέας, ο ποιητής, ο λογοτέχνης καλείται να αφουγκραστεί εκ νέου την εποχή του, που σείεται από πολιτικές και κοινωνικές αναταράξεις, και να τοποθετηθεί ξεκάθαρα έναντι των προκλήσεων που αυτή κομίζει. Κάτι που αναμφίβολα επιχειρεί να κάνει ο κ. Βασίλης Κατσικονούρης με το έργο του "Καγκουρώ" που παίζεται στη Σκηνή "Νίκος Κούρκουλος" του Εθνικού Θεάτρου. 

Θεματολογικά, πιάνοντας το νήμα εκεί που η Λούλα Αναγνωστάκη περιέγραφε στη "Νίκη" της τις αγωνίες των απελπισμένων αυτοεξόριστων από την πατρίδα τους, για την αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής, επανέρχεται, με σχετικά πιο επεξεργασμένα εργαλεία γραφής, να επαναδιατυπώσει τα ερωτήματα που γεννά ο φαύλος κύκλος της Ιστορίας, με τις γνώριμες παλινδρομικές κινήσεις της.

Ο σύγχρονος νέος, αντιμέτωπος με των νοσηρή κληρονομιά των παλαιότερων γενεών, τα ηθικά διλήμματα, την απόγνωση, την ανασφάλεια, την ανάγκη του να βιώσει τον έρωτα, ως μόνη καταφυγή και κινητήρια δύναμη, αλλά και οι ματαιώσεις και η προδοσία, που αφήνουν έκθετη την τραγικότητα της εποχής του, όλα αυτά πλέκουν τον καμβά ενός έργου ταυτόχρονα σκληρού και τρυφερού, με ταλαντώσεις ανάμεσα στο ρεαλισμό και την ποίηση.

Εστιάζοντας στη συγγραφική μαγιά του κου Κατσικονούρη, με την ευαίσθητη πένα, τις καλές προθέσεις και την τακτική ίσων αποστάσεων σε ό,τι εκπροσωπούν τα πρόσωπά του, ως συμπυκνωμένη εμπειρία και μνήμη, θα λέγαμε ότι το "Καγκουρώ" συνιστά περισσότερο ένα εσωτερικό ανασκούμπωμα, μια εσωτερική ανάφλεξη με κίνητρα για δράση κατά το δοκούν ή κατά συνείδηση, παρά μια οριζόντια διδακτική απόπειρα. Ο συγγραφέας παραθέτει τη σκληρή πραγματικότητα της κρίσης μέσα στις κλειστοφοβικές διαστάσεις της ελληνικής οικογένειας με τις αγκυλώσεις και τα αδιέξοδά της αλλά και την κρυμμένη συγκολλητική της ουσία που ενώνει ψυχές και κρατά εν ζωή έναν ανυπέρβλητο ανθρωπισμό.

Σε επίπεδο τεχνικής, στο "Καγκουρώ" ο ρεαλισμός εναλλάσσεται γρήγορα με τον ποιητικής χροιάς λόγο, μια έμμεση υπονόμευση της πραγματικότητας με ισχυρές δόσεις φαντασιακής απόδρασης.

Οι δε χαρακτήρες εμφανίζονται σε μια διαρκή πάλη με τις επιλογές τους άλλοτε πάλι συμβιβάζονται με αυτές ή τις διεκδικούν παράτολμα αλλά, σε κάθε περίπτωση, μένει πάντα μια ατελής ηθική και αξιακή πλευρά που αναζητά το απαραίτητο συμπλήρωμα για να ολοκληρωθεί.

Υπό την επήρεια του δραματουργικού συγγραφικού οίστρου, ο συγγραφέας συνενώνει ψήγματα εμβληματικών παρακαταθηκών, όπως στην περίπτωση του Ορέστη και της Μαρίνας, ως σύγχρονη αντανάκλαση του Τρέπλιεφ και της Νίνας του "Γλάρου", των ανικανοποίητων και φιλόδοξων νέων που θέλουν να ξεπεράσουν τα στεγανά της εποχής και της πραγματικότητάς τους. Αλλά και ο ίδιος νεαρός Ορέστης του Κατσικονούρη, στη  συμπεριφορική ομοιότητα με τον πατέρα του, μοιάζει να ακουμπά στα κληρονομικά χαρακτηριστικά των ιψενικών ηρώων,  Όσβαλντ των "Bρυκολάκων" και Έρχαρτ από τον "Τζών Γαβριήλ Μπόργκμαν". 

Αυτές οι κοινές αναφορές ενταγμένες μέσα σε ένα τοπίο που αναδίδει τα βιωματικά συμφραζόμενα και το ψυχοκοινωνικό αποτύπωμα του συγγραφέα, η επίκληση στη μνήμη ενός εξιδανικευμένου ανέμελου παρελθόντος χρόνου καθώς και οι μεγενθύνσεις σημειολογικών δεδομένων από το σκηνοθέτη κ. Δ. Μυλωνά, όπως στην περίπτωση της Αμερικής, δημιουργούν περισσότερο ένα φελινικό μυθώδες περιβάλλον παρά ερμηνεία μιας αδήριτης, κυνικής πραγματικότητας. Γιατί όσο ο σύγχρονος θεατής έχει ανάγκη από το εύφορο έδαφος της έμπνευσης, της συναισθηματικής νοημοσύνης και της φαντασίας για να αντέξει στους κραδασμούς της εποχής του, άλλο τόσο επιζητά καίριες απαντήσεις στα αγωνιώδη ερωτήματά του, απαντήσεις με ρεαλιστικούς όρους και όχι με όρους μιας Arcadia των παιδικών χρόνων, της σαγήνης ενός παρωχημένου American Dream ή μιας αμφίσημης έκρηξης θυμικού.

Σε επίπεδο ερμηνείας, η αλληγορική φιγούρα του Κέρβερου, ένα πλάσμα βγαλμένο μέσα από τους σκοτεινούς μαιάνδρους της ύπαρξης, ίσως ο φύλακας της Πύλης που οδηγεί στις τελικές απαντήσεις και την τελική Κάθαρση, αποδίδεται έξοχα από τον κ. Μελέτη Ηλία, ενώ η κα Λένα Δροσάκη, ως Μαρίνα, αποτυπώνει με μέτρο, ευελιξία και ενίοτε με μεταφυσική αύρα τις αιωρήσεις της ηρωίδας ανάμεσα στο ρεαλισμό και τον ιδεατό κόσμο που οραματίζεται μέσα από την Τέχνη της. Συγκροτημένη και δουλεμένη η παρουσία του κου Γιώργου Παπαπαύλου στο ρόλο του Ορφέα, παρά τις σκηνοθετικές υπερβολές που υποχρεώνεται να υπηρετήσει, δίνοντας ένα καλό αντιστικτικό στίγμα έναντι του πατέρα του (κ. Χρήστος Σαπουντζής), ένα κράμα τυφλής προσήλωσης στο καθήκον αλλά και εσωτερικών χαινουσών πληγών, ενώ ο Τάκης του κου Σπύρου Τσεκούρα, υποδηλώνει εύγλωττα, αν και ενίοτε καθ'υπερβολήν, ότι οι γενναίες υπερβάσεις στη ζωή είναι η άλλη όψη της αδύναμης και ευάλωτης ανθρώπινης φύσης.

Τέλος, η σκηνική δημιουργία της κας Δήμητρας Λιάκουρα, ο στενάχωρος μικροαστικός μικρόκοσμος, που αποσυντίθεται εις τα εξ ων συνετέθη, για να δώσει τη θέση του σε μια νέα θέαση των ανθρώπων, των σχέσεων και των αξιών, είναι ευρηματική και εντυπωσιακή σαν "πρόταση κατακλείδα" και κορύφωση ενός δράματος της διπλανής πόρτας που λίγο-πολύ αφορά τον καθένα από εμάς. 

Τελευταία τροποποίηση στιςΠέμπτη, 17 Μάρτιος 2016 15:25
(15 ψήφοι)

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

« Κριτική | Victor / Victoria Κριτική | Καζιμίρ και Καρολίνα »

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.