Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας


Είθισται κοινό και κριτικοί να γοητεύονται από έργα που θέτουν βασανιστικά ηθικά διλήμματα ή αφορούν πρόσωπα με πάθη, δύναμη κι εξουσία, συχνά διαστροφική. Ένα παρόμοιο δείγμα είναι "Η επίσκεψη της γηραιάς κυρίας" του Ελβετού Φρήντριχ Ντύρρενματ (1921-1990), ίσως, το πλέον γνωστό και πολυπαιγμένο από όλα τα έργα του.

Ακουμπώντας στη μπρεχτική τεχνική αλλά με σαφώς πιο προωθημένα εξπρεσσιονιστικά στοιχεία, το έργο χαρακτηρίζεται ως τραγική κωμωδία καθώς μέσα σε μια φαιδρή ατμόσφαιρα ελλοχεύει η μακάβρια τραγική λύση. 

Χωρίς να φτάνει επ'ουδενί το ύψος της μπρεχτικής πένας, παρόλα αυτά, το γκροτέσκο, σκοτεινό και μάλλον απαισιόδοξο θέατρο του Ντύρρενματ κάνει με την "επίσκεψη της γηραιάς κυρίας" ένα τολμηρό εγχείρημα. Καταγγέλει την κατάπτωση των αξιών συνεπεία του ακραίου καπιταλισμού και δη μέσα στη "Μέκκα" του διεθνούς  τραπεζικού κατεστημένου, την Ελβετία (πρωτοπαρουσιάστηκε το 1956 στη Ζυρίχη), σε αντίθεση με τον Μπρεχτ, που τουλάχιστο για τη μαρξιστική θεώρησή του, έβρισκε πιο ευήκοα ώτα στο ανατολικογερμανικό κοινό. 

Δραματουργικά, το συγκεκριμένο έργο του Ντύρρενματ αξιοποιεί το μύθο, εν είδει παραβολής, αλλά κραδαίνει σε ατραπούς που μπορούν να παρασύρουν στο ερωτικό δράμα, κάτι που είναι μέγα λάθος αν αντιμετωπιστεί ως τέτοιο. Βέβαια, είναι σαφώς πιο ευκρινή τα κίνητρα του εξπρεσσιονιστικού θεάτρου που βλέπει το άτομο μέσα στη μάζα και το πως εκείνη επιδρά με τις μεταστροφές της επάνω του. Ωστόσο, δεν κρατάει τις αναλογίες του μπρεχτικού λόγου που δεν καταφεύγει στην ωμή προπαγάνδα και τη συνθηματολογία, αλλά, εκ πεποιθήσεως, δίνει πεδίο στην κριτική σκέψη. Βλέπουμε, όμως, το στοιχείο της σταδιακής εξελικτικότητας του ατόμου μέσα από τις κοινωνικοικονομικές αναγκαιότητες, αν και αξιοποιεί λίγο αμήχανα τη μπρεχτική παρακαταθήκη. Ψυχαναγκάζεται να στήσει ένα επικών διαστάσεων ιλαροτραγικό δράμα χωρίς να εμφυσά πολύ περιεχόμενο στα πρόσωπα. Εντούτοις, ο ώριμος εξπρεσσιονισμός προϋποθέτει πρόσωπα-σύμβολα ή σχηματοποιήσεις και οπτική συνόλου. Αλλά ας δούμε λίγο το κεντρικό πρόσωπο:

Η Κλαίρη Τσαχανασιάν, η δισεκατομμυριούχος που έφυγε από την πατρίδα της κατατρεγμένη και πάμφτωχη, αφού κυλίστηκε στο βούρκο της πορνείας, επιστρέφει να πάρει εκδίκηση αγοράζοντας τη Δικαιοσύνη με αντάλλαγμα τη διάσωση των χρεοκοπημένων συμπολιτών της. Ως άτομο παραμορφωμένο και στοιχειωμένο μέσα από τον προσωπικό μύθο και την αλλοτριωμένη ψυχοσύνθεση, και όλα αυτά σε ένα τερατωδώς ευφάνταστο περιτύλιγμα, δεν είναι παρά ένα περιγραφικό και σημειολογικό όχημα, ένα σύμβολο. Αν εξαιρέσουμε το ηθικό δίλημμα που θέτει στο τέλος της α' πράξης, δηλαδή την αξίωση να εκτελεστεί ο άντρας που κάποτε την είχε προδώσει, και την περίφημη ατάκα "ο κόσμος με έκανε πόρνη, τώρα εγώ θα κάνω τον κόσμο πορνείο" η συμβολή της συνίσταται περισσότερο στο να ανασυστήνει περισσότερο εικόνες και ατμόσφαιρες. Είναι περιγραφική σε σημείο που είτε να σκοντάφτει, όπως προανέφερα, στο ερωτικό δράμα είτε να αυτοσυστήνεται ως μεγιστάνας του πλούτου. Θα έλεγα ότι ο ρόλος του Άλφρεντ Ίλλ και του Δημάρχου διαθέτουν περισσότερη δραματουργική μεστότητα παρά εκείνος της κεντρικής ηρωΐδας.

Σε επίπεδο σκηνοθετικής προσέγγισης, τώρα, τέτοιας κλίμακας εγχειρήματα απαιτούν πολυπληθείς θιάσους και πολλά τεχνικά μέσα, που μόνο κρατικές σκηνές μπορούν πλέον να επιστρατεύσουν. Η άποψη του κ. Αλέξανδρου Κοέν στο θέατρο Βεάκη, πάντως, πετυχαίνει την εξισορρόπηση στοιχείων, και τη δημιουργική αφαίρεση που καθιστά ένα έργο πομπώδες να κινείται σε πιο αντικειμενικές διαστάσεις. Θα έλεγα μάλιστα ότι ένα τόσο (κι ενίοτε καθ'υπερβολήν) σύνθετο δραματουργικό επίτευγμα, μέσα στην επική του διάσταση, γίνεται πιο εύκολα επεμβάσιμο, αποκτά ελαστικότητα, ως σκηνική πραγμάτωση και εν πολλοίς λύνει τα χέρια του σκηνοθέτη. Στην προκειμένη περίπτωση συμπτύξεις και αφαιρέσεις έγιναν μέσα σε μια σφριγηλή από άποψη ρυθμών και διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού διευθέτηση, κρατώντας το ουσιώδες και κάνοντας focus στην προβληματική του συγγραφέα. 

Πρέπει να πούμε επίσης ότι είναι η πρώτη φορά που σε σκηνοθεσία του κου Κοέν οι υποκριτικές έχουν μια εσωτερική ενότητα και κινούνται σε μια κοινή συχνότητα, χωρίς να μοιάζουν ανεπεξέργαστες προσωπικές καταθέσεις. Επομένως, ο σκηνοθέτης δεν περιορίστηκε μόνο στη διαμόρφωση της συνολικής ατμόσφαιρας αλλά σμίλεψε χωριστά τον κάθε ρόλο αξιοποιώντας τα ιδιαίτερα εκφραστικά μέσα. Δίνοντας μάλιστα τη γεύση μιας αποστασιοποιημένης (στα μπρεχτικά πρότυπα) υποκριτικής κατάφερε στον ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στο ρόλο και τον ηθοποιό να "ζωγραφίσει" με στοιχεία χιούμορ,  γκροτέσκ κι εξπρεσσιονιστικά μοτίβα. 

Η σκηνογραφική σύλληψη (κα Χριστίνα Κωστέα) συμβολιστικά φουτουριστική, ένα κάδρο προβολής των τεκταινομένων σαν δεύτερη διάσταση της απαράλλακτης σύγχρονης πραγματικότητας, απεικόνιση της ταπείνωσης της πνευματικής κληρονομιάς και του contrast των δύο δυνατοτήτων (της ηθικής και αξιακής όρασης και τύφλωσης) καθώς και τα δηλωτικά κοστούμια (Celebrity Skin) και οι ατμοσφαιρικοί όσο και ψυχαναλυτικοί φωτισμοί (κα Κατερίνα Μαραγκουδάκη) δίνουν ένα ικανό σκηνικό πλαίσιο ανάπτυξης και ερμηνείας του έργου. 

Σε επίπεδο ερμηνείας, η κα Μίρκα Παπακωνσταντίνου εμφανίζεται με τη μορφή μιας συγκαταβατικής, γενναιόδωρης και γεμάτη νοσταλγικές αναμνήσεις φιγούρας που επιτείνει, πριν τη διατύπωση του δολοφονικού προαπαιτούμενού της, την τραγικότητα των απελπισμένων κατοίκων του υπό κατάρρευση Γκύλεν.Αυτό αποτελεί, ίσως, και το πλέον ενδιαφέρον στοιχείο της ερμηνείας του ρόλου. Στη συνέχεια και οι υπόλοιποι, με τη σειρά τους, θα μεταβιβάσουν την τραγικότητά τους σε ό,τι μέχρι τότε αντιπροσώπευε τις αξίες και την ηθική τους πανοπλία, αφήνοντας έκθετη τη φαύλη, διεφθαρμένη ανθρώπινη φύση τους. 

Ο Άλφρεντ Ίλλ του κου Δημήτρη Πιατά αποτελεί ένα σχιζοειδές υποκριτικό δημιούργημα, πλην όμως αριστοτεχνικό, με αναλογία, ισορροπία και όψεις ανάγνωσης από το θεατή που δεν εμπίπτουν στο σοκαριστικό παράδοξο αλλά σε μια εύπλαστη όσο και αληθοφανή παραδοξότητα. Οι αντιμεταθέσεις του κωμικού μέσα στο δραματικό δημιουργούν ένα ακόμα πιο ισχυρό στοιχείο αποστασιοποίησης, γεγονός που δίνει περισσότερα ερείσματα στο κοινό για κριτική, αν όχι για αυτοκριτική.

Η κα Αιμ. Υψηλάντη, ως Δήμαρχος, εξόχως ευέλικτη και προσαρμοστική σε μια νεωτερική σκηνοθετική θεώρηση αποδεικνύει ότι διαθέτει υψηλά υποκριτικά αντανακλαστικά και πλούτο εκφραστικών μέσων.

Ομοίως και η Δασκάλα της κας Υβόννης Μαλτέζου που καταδεικνύει λιτά αλλά ουσιαστικά το συμβολικό μήνυμα του ρόλου της, την αδιέξοδη πάλη του πνευματικού κόσμου μπροστά στην αναγκαιότητα καταστρατήγησης των παραδεδεγμένων αξιών.

Η κα Τζούλη Σούμα, ως σύζυγος του Ίλλ, δίνει στοιχεία βαθειάς κατανόησης των θεατρικών τεχνικών και ελίσσεται με ακρίβεια στα ετερόκλητα υποκριτικά μοτίβα και τις αποχρώσεις της εσωτερικής αποδόμησης του χαρακτήρα.

Το υπόλοιπο καστ συμπληρώνουν οι:  κ. Άλεξ Κάβδας, κα Ιωάννα Αγγελίδη, κ. Πέτρος Γούτης, κ. Κυριάκος Μαρκάτος, κ. Ρωμανός Μαρούδης, κα Εύη Νταλούκα, κ. Δημήτρης Καστανιάς, κα Χαρά Αδαμίδου, κ. Νίκος Ψημίτης και κ. Μάριος Σακκάς.

 

Τελευταία τροποποίηση στιςΤρίτη, 26 Απρίλιος 2016 18:45
(13 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.