Αρκετά πια με την Αντέλα


Ο Freud είχε θέσει τις βάσεις της ψυχογενεαλογίας υποστηρίζοντας ότι αναζητούμε την ύπαρξη μιας συλλογικής ψυχής καθώς και τη δυνατότητα όπου ένα συναίσθημα, που σχετίζεται με κάτι μη φυσιολογικό, να μπορεί να μεταβιβασθεί από γενεά σε γενεά, και το οποίο οι άνθρωποι ούτε συναισθάνονται ούτε θυμούνται. Παράλληλα, ο Jung έδινε έμφαση στη μεταβίβαση της δυνατότητας ανάκλησης στη μνήμη στοιχείων από μια ενδεικτική παρακαταθήκη κληρονομικών χαρακτηριστικών.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο των παρατηρήσεων άρχισε σταδιακά η θεμελίωση της αρχής ότι, εκτός από τα γενετικά χαρακτηριστικά των προγόνων μας, κληρονομούμε κι ένα σύστημα ηθικής που ορίζει το ρόλο του καθένα και τις υποχρεώσεις του εντός του πλαισίου της οικογένειας, ήτοι ένα είδος οικογενειακού ασυνείδητου που δύναται να μας δεσμεύει δια βίου. Ακολουθώντας μάλιστα τα βήματα των προγόνων μας και αντλώντας στοιχεία που σχετίζονται με συμπεριφορές, κληρονομικές ασθένειες, τραυματικά γεγονότα κλπ διαμορφώνουμε το "γενοκοινωνιόγραμμα", το γενεαλογικό δέντρο του ψυχισμού μας. Ως εκ τούτου, εύλογο είναι το συμπέρασμα ότι το οικογενειακό ασυνείδητο δε μας αποχωρίζεται σχεδόν ποτέ, καθώς πολλές από τις επιλογές μας σχετίζονται με βιώματα των προγόνων μας.

Αυτή η επιστημονική θεμελίωση έρχεται αναπόφευκτα στο μυαλό παρακολουθώντας το έργο του κ. Δημήτρη Καρατζιά "Αρκετά πια με την Αντέλα", που παίζεται Δευτέρα και Τρίτη σε σκηνοθεσία της κας Λίλλυς Μελεμέ στο Θέατρο Βικτώρια.

Η φανταστική συνέχεια του λορκικού "Σπιτιού της Μπερνάντα Άλμπα" με πρωταγωνίστρια τη Μαρτίριο να ανακαλεί γλαφυρές μνήμες, να ξορκίζει ενοχές, να απολογείται και να εξομολογείται δίπλα στο κρεβάτι της ετοιμοθάνατης μητέρας της, τριάντα χρόνια μετά το θάνατο της αδελφής της Αντέλας, καθίσταται μια ιδιάζουσα καθαρτική διαδικασία. Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση η κάθαρση δε συνεπάγεται εξιλέωση. Μέσα από την εξοντωτική αφήγησή της ενώπιον της νεαρής Πόνθια, μεστή από εικόνες και έντονα συναισθήματα θα επιστρέψει πάλι στη γνώριμη λύση που κουβαλά ως βίωμα: την επανάληψη του ίδιου ατέρμονου κύκλου πένθους και αυτοτιμωρίας, την εξακολούθηση του υποσυνείδητου εγκλωβισμού σε μια μηχανιστική διαδικασία αντίδρασης, ανεξάρτητης από συναισθηματικά ερείσματα ή κίνητρα.

Με βασικό εργαλείο τον αφηγηματικό λόγο, ως επανασύσταση του αρχικού μύθου μέσα από τις προσωπικές μνήμες και τα φίλτρα της ατομικής συνείδησης και του ιδιάζοντος ψυχισμού, η Μαρτίριο περιγράφει και ταυτόχρονα αφηγείται. Στην πρώτη περίπτωση, καθίσταται η ίδια ζωντανή εικόνα (narrateur-personnage), υποκαθιστώντας την αναπαράσταση με τις χυμώδεις λεπτομέρειες που δημιουργούν στο νου του θεατή ζοφερά σκηνικά ταμπλώ και διαρκείς συνειρμούς. Στη δεύτερη περίπτωση, το στοιχείο της αφήγησης δεν είναι γραμμικό αλλά δημιουργεί δράση. Η αφήγηση της Μαρτίριο εμπεριέχει στοιχεία δραματοποίησης (απεύθυνση λόγου και σύγκρουση).

Από την άλλη πλευρά, ο πολιτικοκοινωνικός υπαινιγμός του "Σπιτιού της Μπερνάντα Άλμπα" αποτελεί για το συγγραφέα κ. Καρατζιά ένας βασικός μοχλός ανάδειξης της συνάφειας του λορκικού milieu με το σήμερα. Η Μαρτίριο δεν είναι τίποτε περισσότερο από τη συλλογική μνήμη που περικλείει τις αδυναμίες του ανθρώπινου γένους, πάθη και ατέλειες μέσα στα οποία ο άνθρωπος νοιώθει ασφάλεια και σιγουριά.

Η Μαρτίριο της κας Αθηνάς Τσιλύρα είναι ένα ζωντανό σύμβολο θύτη-θύματος, ένα δίπολο όπου η διαλεκτική ανάμεσα στα δύο αυτά αντίρροπα στοιχεία δημιουργούν κοινές συντεταγμένες με την ηθική που αποπνεέουν οι θέσεις των διαχρονικά αντιπάλων, θεμελιωδών πολιτικών θέσεων: τα δημοκρατικά ιδεώδη και τον ολοκληρωτισμό. Κατά μία έννοια, η προσχώρηση στο δεύτερο στρατόπεδο προβάλλεται σα μοιραία λύση κατόπιν μιας ατελέσφορης διεκδίκησης της αυτοπραγμάτωσης, της κατάκτησης της ατομικής ελευθερίας. Μέσα από τη πολυσχιδή ερμηνεία της κας Τσιλύρα, που κυμμαίνεται σε όλες τις αποχρώσεις του ρεαλισμού, από τον ποιητικό μέχρι τον ωμό, έρχεται στο φως η σχέση του ανθρώπου με το ψυχοκοινωνικό του κύτταρο, μια διαδικασία αποκαλυπτική και επαναπροσδιοριστική για το θεατή.

Η παρουσία της νεαρής Πόνθια (κα Αμαλία Αρσένη) λειτουργεί ως κινητήριος δύναμη του συγκρουσιακού στοιχείου ενώ η Αγκούστιας της κας Κ. Μαυρίδου δίνει τη δική της αντίστιξη στη ζοφερή εικόνα της παραπαίουσας Μαρτίριο.

Η σκηνική σύνθεση της κας Αριάδνη Βοζάνη, αποτυπώνει με λιτό αλλά σύνθετα συμβολικό τρόπο το ανεκπλήρωτο βίωμα της ευτυχίας που καταδικάζεται μοιραία στο σκοτάδι ενώ και οι φωτισμοί (κ. Ν. Μούντριχας) δίνουν με καθαρότητα το στίγμα μιας ερεβώδους διαδικασίας παράνοιας και παρακρούσεων. Αρκετά δηλωτική η δημιουργία βίντεο (κ. Νίκος Λιβαθινός) που δίνει μια προοπτική κίνηση στην αφηγηματική φόρμα του έργου ενώ και η μουσική σύνθεση του κου Μάνου Αντωνιάδη υπογραμμίζει με νόημα το τραγικό υπόβαθρο του κειμένου.

Γενικά, μια πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση-μετασπουδή στο λορκικό θέατρο, του οποίου τα μηνύματα εξακολουθούν να είναι παρόντα, μέσα στις σημερινές ιδιότυπες και αντικρουόμενες πολιτικοκοινωνικές συνθήκες.

Τελευταία τροποποίηση στιςΤετάρτη, 17 Φεβρουάριος 2016 17:11
(0 ψήφοι)

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

« Οι Δούλες

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.