Οι Δούλες


Ο Jean Genet (1910-1986) γράφει τις "Δούλες" του μέσα από την πραγματική ιστορία των αδελφών Παπέν, υπηρέτριες σε μεγαλοστικό οίκο, που το 1933 αποφασίζουν να δολοφονήσουν τα αφεντικά τους. Νωρίτερα ο Jean Cocteau είχε δανειστεί το συμβάν για το τραγούδι του "Anna la bonne" που ερμήνευσε η Marianne Oswald, και όταν ο Louis Jouvet το 1947 ζητά από τον Genet ένα έργο πάνω στο ίδιο θέμα, του το παρουσιάζει, ανεβαίνει στο Théâtre de l'Athénnée αλλά προσκρούει στην παγερή αντίδραση κοινού και κριτικών.

Παρόλα αυτά, οι Δούλες παραμένουν ένα αριστούργημα της γαλλικής δραματουργίας που θα αποκατασταθεί στο πέρασμα των χρόνων, όπως έχει συμβεί και σε πλείστες άλλες περιπτώσεις έργων. Μέσα από αυτό το τολμηρό έργο, ο Genet θα υπαινιχθεί την αφόρητη μοναξιά που τον κατατρέχει, τη μοναξιά του απόκληρου μιας κοινωνίας, ενός αγνώστου πατρός τέκνου χαμένο μέσα στη λαίλαπα της αδυσώπητης πάλης για επιβίωση.

Οι δύο αδελφές Claire και Solange υπηρετούν την Κυρία τους με πίστη και αφοσίωση αλλά ταυτόχρονα τη μισούν. Την υποδύονται εναλλάξ εν είδει ενός ιδιότυπου τελετουργικού, εν τη απουσία της, και μέσα από την αλλαγή των ρόλων παίρνουν αρκετές δόσεις ελευθερίας και ηθικής δικαίωσης. Μέχρι που θα έρθουν και πάλι αντιμέτωπες  με τη σκληρή πραγματικότητα. Μόνος τρόπος να ξεφύγουν από τη μέγγενη που τις πνίγει είναι ο φόνος. Ένα εγχείρημα, ωστόσο, που δεν θα βρει ποτέ τον πρωταρχικό στόχο του και θα ξεγυμνώσει την τραγική τους μοίρα.

Εξίσου σημαντικό για τον Genet, πέρα από την απόδοση του πόνου και της μοναξιάς του, που αντανακλώνται στις δύο τραγικές ηρωΐδες του, είναι και η ματιά του άλλου επάνω μας και πως αυτή μας καθορίζει. Λέει χαρακτηριστικά: "Δεν υπάρχουμε παρά μόνο από τον άλλο, είτε είναι εκεί και μας δίνει εντολές είτε είναι απών". Και ακριβώς αυτή την ανάγκη να διερευνήσει πόσο επιδρά η ματιά του άλλου εξυπηρετεί το επαναλαμβανόμενο τελετουργικό των δύο αδελφών, ένα διαρκές παιχνίδι ανάμεσα στο φαντασιακό και την πραγματικότητα που λαμβάνει χώρα με στοιχεία μιας παγανιστικής ιεροπρέπειας.

Υπό αυτό το πρίσμα ο κ. Myers προσέγγισε τις δικές του Δούλες, στην παράσταση του μικρού Ρεξ του Εθνικού Θεάτρου. Οι αδελφές Claire και Solange είναι με ένα καθαρτικό τρόπο αμνήμονες. Έχουν σβηστεί από τη μνήμη τους, ή ουδέποτε υπήρξαν γι'αυτές, οι έννοιες του Θείου και της αγιότητας. Μοναδική καταφυγή τους οι σκόρπιες εικόνες ενός τελετουργικού (Αναστενάρια) που τις φορτίζει με την απαραίτητη έκσταση καθιστώντας τις ένα κράμα αγίων και διαβολικών πλασμάτων. Μην αντέχοντας να είναι ο εαυτός τους επιδίδονται σε ένα θέατρο εν θεάτρω ξορκίζοντας προς στιγμή τη μισητή υποτέλειά τους που πασχίζουν να ανατρέψουν κάποια στιγμή οριστικά. Αλλά ο Genet δεν χαρίζεται στους καταφρονεμένους, αντίθετα αναδεικνύει έναν άλλο δρόμο λύτρωσης, την ελευθερία μέσα από τη θυσία και τη συντριβή.

Σε ένα φουτουριστικό σκηνικό χώρο (κα Άση Δημητρολοπούλου) όπου αποτυπώνεται η, σε λανθάνουσα μορφή, πρόσληψη της έννοιας του ιερού άβατου και της αγιοσύνης, που παραπέμπει σε μια επιμειξία θρησκευτικού αισθήματος και δαιμονολατρίας με επιχρίσματα κοσμικής πολυτέλειας, και υπό τη σκέπη δηλωτικών και τραγικά "συνομωτικών" φωτισμών (κα Άση Δημητρολοπούλου), έχουμε ενώπιόν μας ένα πραγματικό ρεσιτάλ ερμηνειών από σημαίνουσες περιπτώσεις ηθοποιών του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου. 

Μαρία Κίτσου, Claire

Παρακολουθώντας το θεατρικό γίγνεσθαι διεθνώς, σπανίως έχω συναντήσει υποκριτική τέτοιας εμβέλειας, αποχρώσεων, συντονισμού, εσωτερικότητας, διαύγειας και καθαρότητας όσο της κας Κίτσου. Θα παρομοίαζα τη συγκεκριμένη υποκριτική με τα φτερά ενός παγωνιού που αποκαλύπτονται ξαφνικά εν πλήρη εκτάσει και κατόπιν αποσύρονται για να αισθανθούμε, εκ νέου, την ανάγκη μιας παρόμοιας έκπληξης. Θα μπορούσα ακόμη να παρομοιάσω την υποκριτική αυτής της σπουδαίας ηθοποιού του θεάτρου μας με ένα μουσικό όργανο με απεριόριστους αρμονικούς. Άξιο θαυμασμού, πάντως, είναι το πως όλος αυτός ο χείμαρρος εκφραστικών μέσων συγκροτείται σε ένα σώμα με ρυθμό, γεωμετρία κίνησης και νομοτέλεια χωρίς να φαντάζει άναρχο και αδόμητο.

Η Claire της Μαρίας Κίτσου είναι ένα πλάσμα, κατ' ουσίαν, έκθετο, φοβισμένο, ματαιωμένο. Ως Κυρία, είναι περισσότερο η φυσική γοητεία και η σημειολογία της μιμούμενης συμπεριφοράς σε μια χαριτωμένα γκροτέσκ εκδοχή, που τη φέρνει πιο κοντά στον υποδυόμενο ρόλο της. Σε όλη την πορεία του σκηνικού παιχνιδιού διαβλέπουμε την ευθραστότητά της, οσφραινόμαστε την τραγική της υπόσταση. Αυτή η διάταξη δεδομένων στο χτίσιμο του ρόλου καθιστά την ερμηνεία της υποδειγματική από άποψη δραματικού βάθους.

Ραφίκα Σαουίς, Solange

Σε έναν, ομολογουμένως, δύσκολο ρόλο, με λιγότερες "καμπύλες" και πιο ανελαστικό, αυτόν της Solange, η κα Σαουίς αναμετράται επάξια. Σαφώς πιο δωρική στα εκφραστικά της μέσα, ίσως εσκεμμένα, πιο περιχαρακωμένη από άποψη ποικιλίας intonations, δεν παύει να δίνει ένα γενναίο και συμπυκωμένο δείγμα της αυταρχικής αδελφής που καθίσταται και ο τελικός θύτης-θύμα, ξεχρεώνοντας τον ανεξόφλητο λογαριασμό της ιδιάζουσας λύτρωσης. Ο τελικός μονόλογός της έχει αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία, αν και σε κάποιες τονικές αλλαγές-μεταστάσεις ύφους, δίκην έκπληξης, που κατά κόρον ευαγγελίζεται o Genet στη δραματουργία του, οι συχνότητες, πάνω στις οποίες κινείται, προδίδουν τις συρραφές της ετεροκλητότητάς τους ενώ θα μπορούσαν να είναι πιο τεχνικά διαφορετικές.

Λένα Παπαληγούρα, Madame

Η κα Παπαληγούρα καταθέτει μια Κυρία με όλη τη λάμψη της λατρεμένης φιγούρας, ένα τοτεμικό στοιχείο που γεννά αισθήματα αφοσίωσης αλλά και αποστροφής, μια συνθήκη-σύμβολο, απρόσβλητη και μη αναστρέψιμη. Με υπερφυσική μεγαλοπρέπεια και μια υπερβολή, ωσάν να προΐσταται λειτουργικού δράματος, η Κυρία της Λένας Παπαληγούρα παίζει με τις πιο λεπτές αποχρώσεις φωνής, άρθρωσης, κινήσεων που παραπέμπουν από το μελόδραμα μέχρι τις παρυφές του κωμικού, που υπολανθάνει σαρκαστικά, δίχως να βγαίνει εξόφθαλμα στην επιφάνεια. 

Τέλος, η χρήση της μετάφρασης του Οδυσσέα Ελύτη αφήνει έντονο το άρωμα της ποιητικότητας του κειμένου, που ως κοντραπούτο αντιπαραβάλλει στο ζοφερό κόσμο των δύο αδελφών έναν αριστοτεχνικό λόγο, ενώ τα κοστούμια της Ντένης Βαχλιώτη εξυπηρετούν, εξίσου με τη σκηνική σύλληψη,  τον ιδιάζοντα μοναχισμό που προβάλλεται στην ευφάνταστη εικόνα του τελετουργικού.

Γενικά, μια παράσταση που, κυριολεκτικά, κόβει ανάσες με το εύρος και την ποιότητα της υποκριτικής από τις τρεις αυτές εξαιρετικές ερμηνεύτριες του θεάτρου μας, του οποίου οι προοπτικές, με τέτοιες εκπροσώπους, μόνο λαμπρό μπορεί να προοιωνίζεται.

Τελευταία τροποποίηση στιςΤετάρτη, 17 Φεβρουάριος 2016 17:12
(6 ψήφοι)

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

« Ευτυχισμένες Μέρες Αρκετά πια με την Αντέλα »

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.