Κριτική | Επτά επί Θήβας


« Δράμα  Άρεως μεστόν » κατά τον Γοργία, η τραγωδία « Επτά επί Θήβας »  (467 π.Χ) ολοκληρώνει την αισχύλεια τριλογία του Θηβαϊκού κύκλου (Λάιος, Οιδίπους, Επτά επί Θήβας) συμπυκνώνοντας ζητήματα μορφολογίας ύφους και γλώσσας, αισθητικών αναφορών στον αρχαίο μιλιταριστικό κόσμο, θεολογίας και ταυτότητας της έννοιας της « Πόλεως » αλλά πολύ περισσότερο τεχνικής οικοδόμησης του τραγικού προσώπου, καθιστώντας, στην ουσία, τον Ετεοκλή τον πρώτο ολοκληρωμένο ήρωα της ιστορίας του θεάτρου.

Σε μια ψυχολογική ατμόσφαιρα που ορίζεται από την επαπειλούμενη πολιορκία της Θήβας, με χαρακτηριστικά ρεαλιστικής ακρίβειας και ανατομικής παρατήρησης της ανθρώπινης αντίδρασης ενώπιον της άλωσης της υπαρξιακής ταυτότητας, αντιδιαστέλλεται η εμβληματική μορφή του Ετεοκλή. Χαρισματικός και αποφασισμένος ηγέτης, αλλά και κληρονόμος της οικογενειακής αράς, καταστρατηγεί το Δίκαιο επισπεύδοντας τη συνειδητοποίηση της τραγικής του υπόστασης.

Ο Τσεζάρις Γκραουζίνις εστίασε στη δυναμική του ποιητικού λόγου, την ιδιοσυστασία των τραγικού ήρωα και τη συμπαγή και πολυσχιδή παρουσία του χορού ανακαλώντας εικόνες του αρχαϊκού ιστορικού συλλογικού υποσυνείδητου και οικοδομώντας επικαιροποιημένες γέφυρες με τις προκλήσεις του σύγχρονου ανθρώπου.

Ρυθμός, μέτρο, συνοχή, χυμώδης -δίχως αφηρημένο στόμφο- ποιητικός λόγος, καίριες κλιμακώσεις, υποβλητικός λυρισμός (μουσική Δημήτρης Θεοχάρης), απέριττες, πλην όμως λειτουργικές και δηλωτικές, σκηνικές δημιουργίες (Κέννυ Μακ Λέλλαν) ολοκλήρωσαν μια ισόρροπη, χωρίς εντυπωσιοθηρικά μέσα, απόδοση του αισχυλικού αριστουργήματος.

Ο Γιάννης Στάνκογλου (Ετεοκλής) κινήθηκε σε μια αδιάλειπτη, συνεπή πορεία συνάντησης με την τραγικότητα του ήρωά του ολοκληρώνοντας με μια χαρακτηριστική σκηνική μονομαχία με τον Πολυνείκη σύγκρουσης της ατομικής βούλησης με τα « αρμόττοντα ήθη ». Με σιβυλλική υφέρπουσα ειρωνεία-προοικονόμηση του μοιραίου ο  Άγγελος του Γιώργου Καύκα, σε ελαφρώς ιλαρή εκδοχή ο Κήρυκας του Αλέξανδρου Τσακίρη και με εμφανή τα διακριτά στοιχεία της προσήλωσης στο νόμιμο και στις επιταγές της καταγεγραμμένων ηθικών προσταγμάτων και της συνείδησης, η Ισμήνη (Ιώβη Φραγκάτου) και η Αντιγόνη (Νάντια Κοντογεώργη). Ενδιαφέρον, ως κατακλείδα, και το εξπρεσσιονιστικής έμπνευσης « σχόλιο » από το χορό για τον ρόλο και την ψυχολογία της μάζας.

 

 

 

Τελευταία τροποποίηση στιςΠέμπτη, 22 Ιούνιος 2017 13:09
(0 ψήφοι)

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

Κριτική | Μήδεια »

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.