Κριτική | Βάκχες


Πειραματικός αναστοχασμός και σκηνική πραγματεία, όπου τα παραστατικά τεχνικά εργαλεία πρωταγωνιστούν, ως σημαίνοντα μίας προβληματικής με άξονα τη σχέση ατόμου-συνόλου και μύησης στην έννοια τού ‘άλλου’, θα χαρακτηρίζονταν οι ευριπιδικές ‘Βάκχες’ σε σκηνοθεσία Έκτορα Λυγίζου (ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας). Στη συγκεκριμένη θεώρηση δέσποζε η σχετικοποίηση τής δραματικής φόρμας μέσω μίας άλλης, αφηγηματικής, ως αδρή υπαγόρευση τού στοιχείου τής εναλλαγής τών ρόλων και τής αντιμετάθεσής τους με τη λογική τής Υποδιαίρεσης και τού Συγκρητισμού στην υπόκριση.

Σε μία σχεδόν εργαστηριακή ατμόσφαιρα ελλειπτικότητας και αφαίρεσης, οι οκτώ πρωταγωνιστές επιχείρησαν να προβάλουν, μέσω πολυφωνικών σχημάτων, αντιστίξεων και γεωμετρικής κινησιολογίας στην ορχήστρα, το στοιχείο τής μέθεξης και τής αντιπαράταξης, τής σύνθεσης και τής αποδόμησης.

Μόνο που αυτή η αφηγηματική διάτρηση τού δραματικού σκελετού δεν ανέδειξε επαρκώς το ρόλο τών αφηγητών ως ενδιάμεσων μεταξύ τού μύθου και τού ερμηνευτή, ενώ το συνολικό αποτέλεσμα διολίσθησε στην επίδειξη τής τεχνικής και τής μετατροπής της από μέσο σε αυτοσκοπό.

Τέλος, εντός ενός περιβάλλοντος ‘έλλειψης βαρύτητας’ και σχηματικότητας, απουσίαζε οποιαδήποτε οντολογικών διαστάσεων προέκταση τού μύθου. Ο Ευριπίδης με τις ‘Βάκχες’ , τελευταίο έργο του πριν τον θάνατό του, επιχειρεί να ορίσει το μέτρο ανάμεσα στον ακραίο ορθολογισμό που παραγνωρίζει τις συμφυείς με τον άνθρωπο ζωτικές δυνάμεις και τις ‘περιοχές’ πέραν τής ανθρώπινης νόησης, που περικλείουν το μυστήριο τής Δημιουργίας τού Κόσμου.

Τελευταία τροποποίηση στιςΠέμπτη, 19 Οκτώβριος 2017 14:30
(0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.