Κριτική | Η δύναμη του σκότους


Ανακαλύπτοντας όψιμα τη δραματουργία ο Λέβ Νικολάγιεβιτς Τολστόι (1828-1910) είδε το θέατρο ως πεδίο όπου η αισθητική καθίσταται μέσο έκφρασης της ηθικής. Τα έργα του, ουσιαστικά σκηνικές παραβολές, μεταγγίζουν ατόφιο το θρησκευτικό συναίσθημα στη βάση μιας μανιχαϊστικής θεώρησης του κόσμου με τυπική επωδό το ξύπνημα της ναρκωμένης συνείδησης. Ήρωές του όπως ο Νικήτας της “Δύναμης του σκότους” (1886) και ο Φέντια του “Ζωντανού πτώματος” (1900), ενσαρκώνουν τη συνθηκολόγηση με τη δύναμη του πονηρού που συνοδεύεται από το καθαρτικό φως μιας εσωτερικής ανάφλεξης.

Η “Δύναμη του σκότους” ακολουθώντας τη νατουραλιστική παράδοση στην αποτύπωση του μικρόκοσμου των μουζίκων, αγγίζει με την απλότητα του μύθου και το εμφιλοχωρούν τραγικό και εκπλήσσει με την ωμότητα του λόγου και την ανατομική περιγραφή των προσώπων.

Ωστόσο, ήδη από τις αρχές του 20ου αι. με την εμφάνιση του Συμβολισμού και τις νεωτερικές απόψεις του Μέγερχολντ για το τρισδιάστατο του σκηνικού χώρου και του ερμηνευτή, τη “βιομηχανική” της κίνησης, τις κονστρουκτιβιστικές εφαρμογές και την αποδέσμευση του θεάτρου από τις κλασικές συμβάσεις του, τα πονήματα του νατουραλισμού θα απομακρυνθούν από το δόγμα του chose vue και του τέταρτου τοίχου του Αντρέ Αντουάν και θα υπαχθούν σε νέα ανάγνωση ακόμη και από τον ίδιο τον Στανισλάφσκι…

Με έναν παρόμοιο συγκερασμό τεχνικών που “υπονομεύουν” τον ακραιφνή νατουραλισμό συστήνει τη “Δύναμη του σκότους” στο Σύγχρονο Θεάτρο η Ελένη Σκότη. Ξεπερνώντας τη “διαπεραστικότητα” του τολστοϊκού μοραλισμού η σκηνοθεσία πειραματίζεται με τη σχέση σώματος-χώρου, την πλαστικότητα, τους ήχους, το βάθος, το φωτισμό δημιουργώντας μια αισθητική μεθερμηνεία ενός παροπλισμένου κειμένου κι επιτυγχάνοντας ταυτόχρονα τη δυναμική επανεκκίνησή του. Σε ένα περιβάλλον μετασχηματιζόμενων γεωμετρικών κατασκευών (σκηνικά Γιώργος Χατζηνικολάου), με το φωτισμό συνδημιουργό και συμπρωταγωνιστή (Α.Παναγιωτόπουλος-Μ.Παυλάκη) ο ρεαλισμός συνυφαίνεται αγαστά με μεταδραματικά και εξπρεσιονιστικά μοτίβα.

Σε επίπεδο ερμηνειών, αυθεντικός και χειμαρρώδης, αν και ακαριαία αντιμέτωπος με τη συνειδησιακή κρίση, ο ευεπίφορος Νικήτας του Γιώργου Παπαγεωργίου, με την ακαμψία της μονολιθικότητας του σκοταδισμού η Ματριόνα της Αγορίτσας Οικονόμου και τις νευρώσεις της ανερμάτιστης φύσης στη μεταμόρφωσή της από θύτη σε θύμα και αντιστρόφως η Ανίσια της Πέγκυς Τρικαλιώτη. Με την ήρεμη αύρα του καλού που ανθίσταται ο Ακίμ του Θανάση Χαλκιά, ως γραφική ψηφίδα της τυπολογίας της ρωσικής υπαίθρου, “ηχώ” από το τολστοϊκό πρωτόλειο “Πρώτος Φιλτραριστής”, ο Μίτριτς του Χρήστου Σαπουντζή, αμήχανη η Μαρίνα της Βαλέριας Δημητριάδου, υποκριτικά άπλερες οι Αθανασία Κουρκάκη (Ακουλίνα) και Μαρία Προϊστάκη (Ανιούτκα), τυπικοί οι Αθηνά Αλεξοπούλου (Μαύρα) και Μιχαήλ Γιαννικάκης (Πιοτρ). 

Τέλος, ενδιαφέρουσα η αλλαγή του τέλους της β' σκηνής της Πέμπτης Πράξης με το μονόλογο του μετανοημένου Νικήτα υπό το “βλέμμα” ενός ημίφωτος αντί της αναπαράστασης  της σύλληψής του.

Τελευταία τροποποίηση στιςΤετάρτη, 24 Μάιος 2017 17:05
(0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.