Κριτική | Τι απέγινε η Μπέημπι Τζέην


Η βιομηχανία θεάματος στην Αμερική επένδυσε κατά κόρον στα παιδιά-θαύματα. Ανάγκη αφενός να διευρυνθεί το κοινό της 7ης Τέχνης από τη μεγάλη κινστέρνα της μέσης αμερικανικής οικογένειας, προσπάθεια αφετέρου να αποδειχθεί το πώς ένα μικρό παιδί μπορεί να συνυπάρξει επί ίσοις όροις ή να λειτουργήσει εξίσου άρτια με ώριμους καλλιτέχνες, διαρρηγνύοντας τη φυσική συνθήκη της ηλικίας και δημιουργώντας πρότυπα λιλιπούτειων ηρώων.

Περιπτώσεις όπως τα αδέλφια Τζακ και Μαίρη Πίκφορντ, Γέηλ Μπος, Λίλα Λη, Αντέλ ντε Γκαρντ αλλά και τα ινδάλματα Γουέσλυ Μπάρυ, Τζάκυ Κούγκαν και Τζάκυ Κούπερσφράγισαν με την παρουσία και δημοφιλία τους τα πρώτα βήματα του κινηματογράφου, μέχρι να φθάσουμε στα φρενήρη φαινόμενα λατρείας για τους Σίρλεϋ Τέμπλ, Τζούντυ Γκάρλαντ και Μίκυ Ρούνεϊ, που στοιχειώνουν το πάνθεον των χολιγουντιανών αστέρων κυρίως για το πώς επέδρασε η πρώιμη καριέρα τους στη μετέπειτα εξέλιξή τους. Ατέλειωτες εργατοώρες στις «γαλέρες» των πλατώ, αναμέτρηση με τα όρια αντοχής και στραγγαλισμός του παιδικού αυθορμητισμού για τις ανάγκες του ανελέητου σταρ σύστεμ, δεν ήταν λίγοι από αυτούς τους μικρούς πρωταγωνιστές, όπως η Τζούντυ Γκάρλαντ, στους οποίους η πρόωρη, άμετρη δόξα άφησε ανεξάλειπτα στίγματα με μοιραία κατάληξη.

Έτσι ακριβώς συνέβη και με την Μπέημπι Τζέιν Χάντσον, αντιηρωίδα στο έργο του Χένρυ Φάρελ «Τι απέγινε η Μπέημπι Τζέιν;», που από παιδί-ταλέντο του μιούζικ-χωλ αναγκάζεται, κατόπιν, να παραμείνει στη σκιά της μεγάλης της αδελφής Μπλανς, που διέπρεψε ως ηθοποιός, και την οποία, ούσα πλέον καλλιτεχνικά παροπλισμένη και παράλυτη, «εξυπηρετεί» με ιοβόλο διάθεση και συμπεριφορά. Η Τζέιν, που συστήνεται ως λευχειμονούσα καρικατούρα της παιδίσκης που υπήρξε κάποτε, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να συντρίψει ψυχολογικά και σωματικά την Μπλανς, που τελεί υπό καθεστώς μαρτυρικής ομηρίας αλλά και που ταυτόχρονα κατέχει το μεγάλο μυστικό που επικρέμαται ανάμεσά τους…

Στην παράσταση του Θεάτρου Σφενδόνη, σε σκηνοθεσία Απόλλωνα Παπαθεοχάρη, Ρούλα Πατεράκη και Ρένη Πιττακή διασταυρώνονται για να ενσαρκώσουν αυτή την ιδιότυπη σχέση παραφροσύνης και ενοχής. Η Πατεράκη, ως Τζέιν, εκπροσωπεί το υπό καθήλωση στην παιδική ηλικία άτομο με τη διαταραγμένη προσωπικότητα, που ανακαλεί ανακλαστικά τον συμπεριφορικό μηχανισμό της μαύρης φιλοπαίγμονος έξης, της υποκρισίας και της παραπλάνησης, και όλα αυτά εν μέσω ύβρεων και λοιδοριών και υπό την επήρεια ενός ωμού, άγριου ενστίκτου με σημάνσεις στο αφηρημένο, ψυχρό βλέμμα, τις αμυδρές συσπάσεις προσώπου και τους ανεπαίσθητους ήχους ή ακόμα τις υστερικές εξάρσεις.

Σμιλευμένη με την αίσθηση της επίγνωσης και του ελέγχου της συνείδησης και με κατασταλαγμένη καρτερικότητα που θραύεται από τις αντιδράσεις στα φρικαλέα βασανιστήρια, η Μπλανς της Ρένης Πιττακή ολοκληρώνει με μια διαλείπουσα ομολογία σε μια σκηνή εικαστικής δυναμικής και  ποιητικής αύρας.

Η Στέλλα Γκίκα (Έντνα), η  Πηνελόπη Μαρκοπούλου (κα Μπέητς-Ντήλια) και ο Αλέξιος Διαμαντής (Έντουϊν) αφουγκράζονται την ευαίσθητη θριλερική συχνότητα προοικονομώντας ή συμπυκνώνοντας τη δραματική ένταση με τη διαισθητική λειτουργία και την προβολή επάνω τους των ψυχοσωματικών παρενεργειών που γεννά το νοσηρό περιβάλλον.

Σκηνική δημιουργία (Απόλλων Παπαθεοχάρης) ρεαλιστικής λογικής, εκτενώς κατανεμημένη και κατάστικτη από διασαφητικούς φωτισμούς (Μελίνα Μάσχα), αναφορά στις σκιάσεις του ταραγμένου νου και στο μυστήριο που πλανάται στον χώρο, συμπληρώνει εντυπωσιακά την πρώτη από σκηνής παρουσίαση της θρυλικής ιστορίας.

 

Τελευταία τροποποίηση στιςΠέμπτη, 23 Φεβρουάριος 2017 07:51
(0 ψήφοι)

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία:

« Κριτική | Άμλετ Κριτική | Καλιγούλας »

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.