Κριτική | Πυγμαλίων - Ωραία μου κυρία


Ο George Bernard Shaw (1856-1950) θεωρείται ο μεγάλος φάρος της αγγλόφωνης δραματουργίας των νεώτερων χρόνων. Συγγραφέας, δοκιμιογράφος, θεατρικός και μουσικός κριτικός ενσωμάτωσε στα έργα του ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών, πολιτικών, αισθητικών και φιλοσοφικών προβληματισμών και κατέστη ο οραματιστής των εξελίξεων που προμηνύονταν με την έλευση του 20ου αιώνα.

Η δραματουργία του, με επιρροές από τον Ίψεν, αντιπροσωπεύει το θέατρο των Ιδεών όπου κάθε ζήτημα τίθεται σε μια επεξεργασία ενδελεχούς διαλεκτικής. Με εργαλείο το ρεαλισμό, μεταξύ άλλων, χτυπά τον ακραίο ρομαντισμό, αναδεικνύει την έννοια της ζωτικής δύναμης και του υπερανθρώπου, ξεσκεπάζει τη σχέση εξουσίας και χρήματος και τοποθετείται επάνω στα κοινωνικά προβλήματα όπως η φτώχεια. Ψηλαφεί τις μεταφυσικές ανησυχίες, τη σημειολογία που συνιστά το διαχωρισμό των τάξεων, στηλιτεύει την έκπτωση αρχών και ιδεωδών της προπολεμικής Βρετανίας και τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνίες «αποκαθηλώνουν» τους ήρωες και αγίους τους ενώ δεν μένει αμέτοχος και στην κριτική επί πολιτικών θεμάτων...

Στο έργο του «Πυγμαλίων» (1912) ο Shaw πραγματεύεται την έννοια της ταξικής μεταμόρφωσης. Ως γνήσιος σοσιαλιστής (αν και όχι υποστηρικτής μιας επανάστασης) και ευαίσθητος σε θέματα κοινωνικών ανισοτήτων περιγράφει, δίκην πειράματος, τη δυνατότητα, τους όρους και τη διαδικασία μετάλλαξης μιας φτωχής ανθοπώλιδας σε κυρία της «καλής» κοινωνίας. Εκκινώντας από τα τεχνικά ζητήματα που συγκροτούν τους κοινωνικούς διαχωρισμούς και αποκλεισμούς (χρήση γλώσσας, συμπεριφορά, προφορά, ενδυμασία) καταλήγει στην σφυρηλάτηση ενός ολοκληρωμένου ανθρώπου, στη διάπλαση της απόλυτης Γυναίκας, ως πλήρους ψυχοσωματικής οντότητας αλλά ταυτόχρονα και ως υψηλού προτύπου κοινωνικής συμπεριφοράς.

Η παράσταση του «Πυγμαλίωνα» στο Πάνθεον σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Ρήγα, καλείται κατ’αρχάς να υπηρετήσει ένα θεατρικό χώρο αντιστρόφως ανάλογο προς τις αντικειμενικές διαστάσεις του έργου ως πρόζα (και όχι στη μουσική μορφή του, γνωστή ως "My fair lady", για την οποία ασφαλώς προσήκει). Επί πλέον, παρεκβάσεις εν είδει συμπληρωματικών σκηνών από κινηματογραφικές εκδοχές, σε συνδυασμό με έντονη κινητικότητα εντός κι εκτός σκηνής, χρονολογικές ιστορικές αναφορές, περιττολογίες, πλατειασμοί και αδρές υπογραμμίσεις καταστάσεων στερούν από τη σκηνική ατμόσφαιρα τον ηλεκτρισμό των σχέσεων, τη δυνατότητα απρόσκοπτης πρόσληψης των σταδίων μετασχηματισμού της κεντρικής ηρωίδας (Ελίζα Ντούλιτλ), που άλλωστε συνιστά και το ζητούμενο, καθώς και του πως αυτός με τη σειρά του αντανακλάται στην ψυχολογία του Μέντορά της (καθηγητή Χίγγινς) έχοντας σαν επακόλουθο την αντίστοιχη δική του μεταμόρφωση.

Η Δήμητρα Ματσούκα, ως Ελίζα, σηματοδοτεί με επαρκή, γλαφυρά ερμηνευτικά εργαλεία ηθογραφικής απεικόνισης το «αρχέτυπο» της πλανώδιας πωλήτριας της πρώτης πράξης, ενώ την γ’ πράξη, κατά την οποία επιχειρείται μια αρχική απόπειρα δοκιμασίας του όλου πειράματος, φαίνεται να "στοιχειώνει" ακόμη η αξεπέραστη ερμηνεία της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Στις δύο επόμενες πράξεις, ωστόσο, δείχνει να δαμάζει το ρόλο και να αποκτά τον έλεγχο της σταδιακής ψυχολογικής ωρίμανσης της ηρωΐδας της. Ο Κώστας Κόκλας (καθηγητής Χίγγινς) με τη χαρακτηριστική βαριά, εμπροσθοβαρή προφορά, που δεν προσιδιάζει στα γνωρίσματα ενός Άγγλου ευγενή, καταφέρνει με συγκέντρωση να υποσκελίσει σε ικανό βαθμό τα εμπόδια και να σταθεί αξιοπρεπώς στο ύφος του ρόλου. Με μια ιδιορρυθμία συμπεριφοράς που εξασθενεί τα αναγνωρίσιμα στοιχεία του κλασικού αριστοκράτη ο συνταγματάρχης Πίκεριγκ του Παύλου Χαϊκάλη, με «ανάγλυφα» συναισθήματα καλής προαίρεσης η κα Χίγγινς της Μπέττυς Λιβανού και προσεγμένος στη λεπτομέρεια και με μέτρο ο Φρέντυ του Ορέστη Τζιόβα. Ιδιαίτερης μνείας χρήζει η ερμηνεία του Αντώνη Καφετζόπουλου, ως Άλφρεντ Ντούλιτλ, που, στην κυριολεξία, "κρεάρει" στο δύσκολο αυτό ρόλο. Αδόκιμη η "εξαΰλωση" της οικονόμου κας Πήρς και η δημιουργία μιας ομοφυλόφιλης περσόνας-υπηρέτη ως διόγκωση του πιθανού υπαινιγμού του Shaw για τη σεξουαλικότητα του καθηγητή Χίγγινς, και υπερβολική στους αργκό πειραματισμούς της η Μαίρη Ντέξτερ-Χριστίνα Θεοδωροπούλου (κυρία Έϊσφορντ Χιλλ στο πρωτότυπο θεατρικό έργο). 

Υψηλής αισθητικής κοστούμια (Απόλλων Παπαθεοχάρης), μεγαλεπίβολα, πιστά στο πνεύμα της εποχής, σκηνικά (Μ. Παντελιδάκης), ζωηροί φωτισμοί (Αλ. Αναστασίου) αλλά και «παρακινδυνευμένες», δάνειες μουσικές επιλογές ("On this night of a thousand stars" από το μιούζικαλ "Εvita" [!] του Andrew Lloyd Webber, "Con te  partirò" του Andrea Bocelli κλπ) ολοκληρώνουν μια, σε γενικές γραμμές, καλών προθέσεων απόδοση της θρυλικής κομεντί όπου οι όποιες μεγενθύνσεις προέρχονται, προφανώς, από τον ένθερμο θαυμασμό και ζήλο του σκηνοθέτη για το έργο.

 

Τελευταία τροποποίηση στιςΠαρασκευή, 31 Μάρτιος 2017 16:37
(4 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.