Κριτική | Ριχάρδος ΙΙΙ


Με τον Ριχάρδο Γ' ο Σαίξπηρ χαρτογραφεί το πρόβλημα της εξουσίας όπως αυτό συνυφαίνεται με τους δαιδάλους της ανθρώπινης φύσης και ενσαρκώνει τη δύναμη του Κακού. Η εξουσία και η με κάθε τρόπο διεκδίκησή της στοιχειώνουν στην κυριολεξία την ιστορία της Γηραιάς Αλβιόνας και οπωσδήποτε η περίπτωση του δαιμονικού Ριχάρδου δεν είναι η μόνη. Ωστόσο, η συγκεκριμένη τραγωδία συσπειρώνει στοιχεία που παραπέμπουν στη λαϊκή παράδοση της Βρετανίας -γραπτή και προφορική- γεγονός που ενδυναμώνει και δραματουργικά το εγχείρημα του Σαίξπηρ. Γιατί οπωσδήποτε μια παράθεση ιστορικών γεγονότων όσο ευφάνταστη και ηρωϊκή και αν είναι, πάντοτε έχει ανάγκη το καρύκευμα του δημιουργού για να καταστεί πιο παραστατική, αν όχι αμφιλεγόμενη και άρα θεατρικά πιο ενεργή. Κάτι που συνέβη σίγουρα με τον Ριχάρδο Γ' και όχι τόσο με τον Ερρίκο ΣΤ' (1,2,3).

Η σχετικά πρόσφατη ανακάλυψη των οστών του Ριχάρδου ΙΙΙ αποδεικνύουν ότι -ενίοτε- η ιστορία ως καταγραφή πόρρω απέχει από την πραγματικότητα. Ο Ριχάρδος Γ' παρά τις όποιες -και σε ποιον ακριβώς βαθμό δε γνωρίζουμε απόλυτα- δυσμορφίες του που αντισταθμίζουν την οξεία σκέψη του, την άριστη γνώση χειρισμού της παρατήρησης του περιβάλλοντος και της ψυχολογίας των άλλων, τη νομοτελειακή στρατηγική των κινήσεων και βεβαίως την ανυπέρβλητη ρητορική δεινότητα, πιθανότατα να μην ήταν τόσο διαφορετικός σε σχέση με προκατόχους του.  Άλλωστε και ο Εδουάρδος ο Β' και ο Ριχάρδος ο Β' και ο Ερρίκος ΣΤ' λειτούργησαν λίγο-πολύ με τον ίδιο τρόπο. Υπήρξε όμως η μόνη περίπτωση βασιλιά που δεν ετάφη με τις πρέπουσες τιμές. Και η ιστορία φαίνεται να αρχίζει όταν ο ιστορικογράφος Τζον Ρους στο Historia Regum Angliae προσδίδει στον Ριχάρδο Γ' όλα εκείνα τα ζοφώδη χαρακτηριστικά για να κερδίσει τις δάφνες του ιστορικού μύθου. Αργότερα ο Tόμας Μορ θα συμβάλλει στο να εμπεδωθεί αυτό το προφίλ του Ριχάρδου φωτίζοντας παράλληλα και τις ευθύνες μιας ολόκληρης τάξης που τον διατήρησε στο θρόνο επί μια διετία. Ο Σαίξπηρ αξιοποιεί την παρακαταθήκη του Μορ για να πάει ακόμη πιο πέρα.

Με τους τρείς Ερρίκους ΣΤ' θα αναφερθεί στο εκρηκτικό κλίμα από το θάνατο του Ερρίκου Ε', θριαμβευτή τη μάχης του Azincourt έναντι των Γάλλων, μέχρι την αναρρίχηση του Ριχάρδου Γ' στο θρόνο το 1483. Αυτό το κλίμα των συνεχών διενέξεων με κεντρικό μοχλό την αδύναμη ηγετική φυσιογνωμία του Ερρίκου ΣΤ' των Λάνκαστερ και τα πάσης φύσεως οικονομικά και στρατιωτικά προβλήματα, οδήγησε μοιραία στον Πόλεμο των Δύο Ρόδων, ανάμεσα στον Οίκο των Λάνκαστερ (κόκκινο ρόδο) με εκπρόσωπο τον Ερρίκο ΣΤ' κι εκείνον των Γιορκ του Ριχάρδου, πατέρα του Εδουάρδου Δ' και του Ριχάρδου Γ΄(λευκό ρόδο). Κατά τη διάρκεια του πολέμου ο Εδουάρδος Δ' θα κατακτήσει το στέμμα αλλά δέκα χρόνια μετά (1470) ο Ερρίκος ΣΤ' θα τον ανατρέψει.  Σε λίγους μήνες ο Εδουάρδος θα επιστρέψει στο θρόνο και η βασιλεία του θα διαρκέσει μέχρι το 1483, χρονιά όπου βασιλιάς θα στεφεί ο αδελφός του ο Ριχάρδος Γ'. Κι ενώ οι κριτικοί αποδίδουν στον Σαίξπηρ μια θολή και πυκνή δραματουργική γραφή για τον Ερρίκο ΣΤ' (1,2,3) με τον Ριχάρδο Γ' ο μεγάλος Βάρδος χτυπά στην κυριολεξία φλέβα. Χτίζει έναν χαρακτήρα με όλη την αίγλη του θρύλου μιας λαϊκής παράδοσης, τη βαρύτητα των γεγονότων μιας ιστορικής παρακαταθήκης αλλά και μιας ανάλυσης βάθους της ψυχολογίας και μιας εργαστηριακής, πρωτοπορειακής θα λέγαμε για την εποχή του, παρατήρησης και της πλέον λεπτής και μύχιας πτυχής. 

Το καθοριστικό στοιχείο που βάρυνε στην απόφαση του Σαίξπηρ να ασχοληθεί με τον Ριχάρδο Γ' είναι προφανώς η αδιευκρίνιστη εξαφάνιση -ήτοι δολοφονία- των ανιψιών του Εδουάρδου και Ριχάρδου, ένα γεγονός εξόχως σοκαριστικό για την κοινωνία της εποχής. Καταφεύγει, ωστόσο, στο να αποδώσει στο Ριχάρδο του ηρωϊκά χαρακτηριστικά μέσα από τις μακιαβελλικές του πρακτικές, να υπαινιχθεί το πολιτικό κενό του Ερρίκου ΣΤ' αντιπαραβάλλοντας την ασυναγώνιστη πολιτική τέχνη των επιχειρημάτων και της αφοπλιστικής πειθούς, να καταστήσει γοητευτική αν όχι ερωτεύσιμη μια φυσική ασχήμια και να μεταμορφώσει την υποκρισία σε μια χαριτωμένα αφελή, σχεδόν μπουφόνικη, συμπεριφορά. Ο σαιξπηρικός Ριχάρδος είναι ένα κράμμα τραγικού προσώπου που ζει για την εξουσία και την οποία αδυνατεί να διαχειριστεί. Έτσι η εξουσία απορφανίζεται από τον κάτοχό της και αδρανοποιείται εντελώς καθώς εκείνη μετατρέπεται σε μανία καταδιώξεως, χίμαιρα, ψύχωση. Σε αυτό ακριβώς το σημείο μηδέν ο Σαίξπηρ ολοκληρώνει τον Ριχάρδο του εμφανίζοντας την ανθρώπινη πλευρά του τραγικού προσώπου, καθώς εκείνος τίθεται ενώπιον της συνείδησής του και της επερχόμενης ήττας του.

Επί της ουσίας, ο Σαίξπηρ παρουσιάζει τον τελευταίο βασιλιά του Οίκου των Γιορκ μέσα από την κλίμακα του γαλαζοαίματου ευγενή, του διεφθαρμένου διεκδικητή του θρόνου και της ευφάνταστης προσωποποίησης του Κακού αλλά και των εκλάμψεων συνείδησης, συνθέτοντας με όλα αυτά μαζί μια προσωπικότητα αμφιλεγόμενη πιο κοντά στη μετανάγωνση της ιστορίας μέσα από την προσπάθεια κατανόησης του ανθρώπου που τη δημιουργεί και όχι απλώς από τη σκοπιά αφηρημένων αποτελεσμάτων των πράξεών του.

Η παράσταση του Ριχάρδου ΙΙΙ στο Σύγχρονο Θέατρο του Κεραμεικού σε σκηνοθεσία κου Τάκη Τζαμαργιά συνιστά ένα επαρκώς σταθμισμένο συνταίριασμα του ποιητικού κειμένου (μετάφραση Κώστα Καρθαίου) με την υποκριτική του μέτρου και της σαφήνειας, της ευρηματικής διαχείρισης του σκηνικού χώρου, τη διαμόρφωση μιας ατμόσφαιρας, και δη με εικαστικό πρόσημο, τις εναλλαγές των ρόλων με ευκρινή διακριτά στοιχεία και την κατάδειξη των σχέσεων των προσώπων με αντιστικτικές σημαίνουσες διατάξεις και σφριγηλή, μεστή δραματική ένταση συγκρούσεων.

Σε ένα σκηνικό χώρο (κα Ελένη Μανωλοπούλου) που παραπέμπει στη ζοφερότητα ενός γκόθικ στοιχείου μετουσιωμένου σε τραγική ατμόσφαιρα, με τις ατάκτως στοιβαγμένες καρέκλες-σημειολογική παρατήρηση στην περιπλοκότητα της αναρρίχησης στην εξουσία και με τους μυστηριακούς, σχεδόν ανατριχιαστικούς, φωτισμούς (κ. Αλέκος Αναστασίου) αναφορά στη σκοτεινή και ομιχλώδη προσωπικότητα του κεντρικού ήρωα και των τεκταινόμενων, συντελείται ένα δράμα με ευταξία, συμμετρικότητα στη σχέση ποίησης και ερμηνείας, κλιμάκωση χωρίς πλατειασμούς και δημιουργική οικονομία χρόνου, διασαφηνισμένη ανάπτυξη των χαρακτήρων. Στην ισχυροποίηση του συνολικού σκηνικού κλίματος συμβάλλουν χαρακτηριστικές αισθητικές επιλογές, οι χωρίς υπερβολές ενδυματολογικές επιλογές (κα Ελένη Μανωλοπούλου), το death-γκόθικ μακιγιάζ (κ. Αχιλλέας Χαρίτος) που προσδίδει μια μυθική αύρα στα πρόσωπα, ομοίως και οι εύστοχες κομμωτικές δημιουργίες (Daniel). Οργανικά ενσωματωμένες οι μουσικές δημιουργίες του κου Κώστα Βόμβολου που γεμίζουν περιεκτικά τις παύσεις-μεταβάσεις ερμηνεύοντας το όλο ψυχολογικό κλίμα, το παραλήρημα που συντελείται στο μυαλό του Ριχάρδου μαζί και την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα της υφέρπουσας τραγικής έντασης.

Ο Ριχάρδος της κας Καίτης Κωνσταντίνου είναι μια ακτινοσκόπηση της αθέατης όψης του ήρωα που συχνά σε ερμηνείες καταπνίγεται από υπερκινητικότητα, υπερβολές και μη επαρκή χρήση του ποιητικού λόγου. Εδώ έχουμε μια μικροαποτύπωση και των πιο ανεπαίσθητων λεπτομερειών του ψυχισμού, του συμπεριφορικού κώδικα, των μεταπτώσεων, της έκθετης πλευράς του στην τραγικότητα και όλα αυτά μέσα σε ένα αβίαστα κινούμενο υποκριτικό όχημα που συνδυάζει χιούμορ, σαρκασμό, μπουφονερί αλλά και συμπαγή δραματικό λόγο χωρίς εντυπωσιοθηρικά τεχνάσματα και μια δαψιλή ποικιλία εκφραστικών μέσων.

Ο κ. Αλέξανδρος Μαυρόπουλος χτίζει τον Μπάκιγχαμ μέσα στα όρια του φιλόδοξου, εξωνημένου αυλοκόλακα και χωρίς ίχνος περιττών παραμορφώσεων που να διαταράσσουν τη γραμμικότητα της ποιητικής στόφας του σαιξπηρικού κειμένου και τη διάφανη, μέσα στην απλότητά της, περιγραφή του χαρακτήρα. Μεστή και με εσωτερική ωρίμανση προς μια καλά ελεγχόμενη δραματική ένταση η Βασίλισσα Ελισάβετ της κας Βαγγελιώς Ανδρεαδάκη με μια στιβαρή στιχομυθία με τον Ριχάρδο στην Δ΄σκηνή της Δ΄ πράξης. Συγκροτημένος αλλά όχι αναίτια συγκρατημένος ο Εδουάρδος του Δ΄ και ο Κέιτσμπυ του κου Θωμά Γκαγκά, εκφραστικός αλλά όχι υπερφίαλος ο Λόρδος Χέστιγκς του κου Μιχάλη Μουλακάκη και με χαρακτηριστική παρουσία ως Δήμαρχος, Πρίγκηπας του Γιορκ και Φονιάς. Ευέλικτος με διακριτότητα σε κάθε ρόλο μέσω αλλαγής τόνων και υποκριτικών εργαλείων ο κ. Κωνσταντίνος Γαβαλάς (Κλάρενς, Ρίβερς, Πρίγκηπας της Ουαλίας Στάνλεϋ, Γραφιάς) και με μετριασμένο στόμφο και προσεκτική ευαρμοστία στις μεταστροφές της η Λαίδη Άννα της κας Πηνελόπης Τσιλίκα. Τέλος, με το βάθος της δυναμικής του πεφυσιωμένου -πλήρους αναθεματισμών- λόγου, η Μαργαρίτα της κας Μπέτυς Αρβανίτη, αποκλειστικά ως ηχητική παρουσία προς ενδυνάμωση του μεταφυσικού φορτίου του ρόλου.

 

Σύγχρονο θέατρο

Ευμολπιδών 45 Γκάζι

τηλ: 210-3464380

Τελευταία τροποποίηση στιςΠαρασκευή, 06 Ιανουάριος 2017 10:55
(0 ψήφοι)

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.